Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή, 12 Ιουλίου 2015

Η ΜΕΛΙΣΣΟΚΟΜΙΚΗ ΧΛΩΡΙ∆Α

                                                                  Δ.Τσέλλιος

Η παραγωγή του µελιού, της γύρης, του κεριού, της πρόπολης, του βασιλικού πολτού είναι το αποτέλεσµα της εκµετάλλευσης από τον άνθρωπο της πανάρχαιας σχέσης φυτών και µελισσών. Τα φυτά προσφέρουν στα έντοµα και στις µέλισσες νέκταρ και γύρη, την πρώτη ύλη για την παραγωγή µελιού, κεριού, εµπορεύσιµης γύρης και βασιλικού πολτού, δέχονται τις επισκέψεις των εντόµων και ιδιαιτέρως της µέλισσας της µελιτοφόρου.

 Με τις επισκέψεις αυτές χάρις στην κατασκευή του σώµατος και στην ανθική σταθερότητα των µελισσών, τα φυτά επιτυγχάνουν την καρπόδεση και έτσι µε την παραγωγή σπόρων και καρπών εξασφαλίζουν την διαιώνιση τους. Η θαυµάσια αυτή σχέση διαρκεί εκατοµµύρια χρόνια, αποδεδειγµένα. Μέλισσα απολιθωµένη ηλικίας 80 εκατοµµυρίων ετών, µε γύρη από ένα φυτικό είδος, που βρέθηκε στη Γερµανία, φανερώνει ότι η συµµετοχή του ανθρώπου στην ανωτέρω σχέση είναι πολύ πρόσφατη. ∆εν είναι σαφές πότε «ακριβώς» ο άνθρωπος µετεπήδησε από το στάδιο του θηρευτή στο στάδιο του εκτροφέα µελισσών.

Το µέλι υπήρξε από τις πρώτες γλυκαντικές ουσίες στη διατροφή του, κλέβοντας το από τα «άγρια» µελίσσια στους βράχους και στους κορµούς των δέντρων. Η οργάνωση των ανθρώπινων κοινωνιών πριν µερικές χιλιάδες χρόνια συνέβαλε στην έναρξη διατήρησης και εκτροφής µελισσών για εξασφάλιση του µελιού και εν συνεχεία του κεριού. Απ’ αυτό το χρονικό σηµείο ξεκινά το ενδιαφέρον του ανθρώπου για την πηγή της πρώτης ύλης του µελιού. Αναφορές σε κλασικούς συγγραφείς της αρχαιότητας για την σπουδαιότητα µερικών φυτών, όπως το πεύκο και το θυµάρι, στην µελισσοκοµία, είναι οι πρώτες προσπάθειες διάκρισης των φυτών, σε φυτά χρήσιµα στην µελισσοκοµία, ή όπως λέµε µελισσοκοµικά φυτά.

Το σύνολο των µελισσοκοµικών φυτών ενός τόπου αποτελεί την µελισσοκοµική χλωρίδα του. Η διάκριση των µελισσοκοµικών φυτών µπορεί να γίνει µε πολλούς τρόπους λαµβάνοντας υπόψη διαφορετικά κριτήρια: • Μελισσοκοµικά φυτά διαφόρου εποχής. Κριτήριο η εποχή ανθοφορίας. Έτσι έχουµε ανοιξιάτικα, καλοκαιρινά, φθινοπωρινά, χειµωνιάτικα µελισσοκοµικά φυτά. • Μελιγόνα, µελιτογόνα ή γυρεοδοτικά φυτά. Η σηµασία των καλλιεργούµενων µελισσοκοµικών φυτών έναντι των αυτοφυών για την µελισσοκοµία σταδιακά αυξάνει. • Αυτοφυή ή καλλιεργούµενα µελισσοκοµικά φυτά. Η σηµασία των καλλιεργούµενων έναντι των αυτοφυών για την µελισσοκοµία σταδιακά αυξάνει. • Ετήσια ή πολυετή. Τα ετήσια έχουν περιοδικό χαρακτήρα αφού διάφοροι παράγοντες επηρεάζουν την βλάστησή τους, αντίθετα τα πολυετή φυτά θα επηρεαστούν θετικά ή αρνητικά κυρίως στη χρονική περίοδο της ανθοφορίας τους.

• Κύρια ή δευτερεύοντα µελισσοκοµικά φυτά. Κύριο µελισσοκοµικό φυτό είναι το καλοκαιρινό κυρίως ή φθινοπωρινό φυτό που αρκετές χρονιές επιτυγχάνει στην ανθοφορία, είναι µελιγόνο ή µελιτογόνο και δίνει το όνοµα του στο µέλι που παράγεται. Οµοίως το δευτερεύον µελισσοκοµικό φυτό, είναι διαφόρου εποχής. Μπορεί να είναι και απλώς γυρεοδοτικό φυτό και βοηθά στην ανάπτυξη ή συντήρηση του µελισσιού. Αρκετές φορές δευτερεύοντα µελισσοκοµικά φυτά που η ανθοφορία τους προηγείται της ανθοφορίας ενός κύριου µελισσοκοµικού φυτού, συµµετέχουν στην παραγωγή του µελιού. Η δευτερεύουσα αυτή µελισσοκοµική χλωρίδα αποτελεί και το συνηθέστερο κριτήριο διάκρισης µελιού της αυτής κύριας ανθοφορίας αλλά διαφορετικών περιοχών.

 Το τελευταίο αυτό κριτήριο διάκρισης είναι και το σηµαντικότερο, αυτό που ενδιαφέρει τους µελισσοκόµους περισσότερο, είναι όµως το κριτήριο σχετικά µε την περιοχή που εξετάζουµε. Ενώ όλα τα άλλα κριτήρια διάκρισης έχουν γενική εφαρµογή, το τελευταίο αναφέρεται πάντοτε σε συγκεκριµένη περιοχή. Έτσι µελισσοκοµικό φυτό µπορεί να είναι κύριο για µια περιοχή π.χ. η πορτοκαλιά για την Αργολίδα ή την Άρτα και το ίδιο φυτό για την Μακεδονία (τα διάσπαρτα δέντρα που υπάρχουν) να έχει µικρή αξία και ούτε καν δευτερεύον να µη χαρακτηρίζεται.

Αγριόκροκος (Crocus sp.)   
Βολβόριζα φυτά τα οποία ανθίζουν τον Ιανουάριο-Φεβρουάριο µε µόνο υπέργειο τµήµα το ανθοφόρο στέλεχος. Όµορφα λουλουδάκια που προσελκύουν τις µέλισσες για τη γύρη και το νέκταρ ενίοτε. Τα µελισσοσµήνη εκτρέφουν γόνο σε µια εποχή κρίσιµη για την ανανέωση του πληθυσµού. Σε εκτάσεις που δεν οργώνονται και δεν χρησιµοποιούνται ζιζανιοκτόνα, ο αγριόκροκος είναι συνηθισµένο είδος  της Ελληνικής µελισσοκοµικής χλωρίδας. 
  
Λεβάντα (Lavandula sp.) 
Αρωµατικό φυτό, διακοσµητικό συνήθως, αλλά και καλλιεργούµενο σε ορισµένες περιοχές της χώρας µας. Η γνήσια λεβάντα (Lavandula vera) ευδοκιµεί σε υψόµετρα πάνω από 500 µέτρα και αποδίδει αιθέριο έλαιο (αρωµατοποιία) εξαιρετικής ποιότητας. Το µέλι που παράγεται σε περιοχές καλλιέργειας λεβάντας, έχει έντονο άρωµα και κεχριµπαρένιο χρώµα . Τα ανθοφόρα στελέχη της λεβάντας αποκόπτονται στην πλήρη άνθιση για απόσταξη, οπότε διακόπτεται απότοµα η βοσκή για τις µέλισσες. Έχει διαπιστωθεί πειραµατικά ότι η µεγάλη παρουσία µελισσών σε καλλιέργειες λεβάντας αυξάνει κατά 20% την απόδοση σε αιθέριο έλαιο. Η λεβάντα χρησιµοποιούµενο ως καλλωπιστικό σε χαµηλά υψόµετρα, περιπίπτει σε υβρίδιο της γνήσιας (L. hybrida). Έχει συνεχόµενη ανθοφορία από τον Ιούνιο µέχρι τον Σεπτέµβριο. Τώρα τελευταία δοκιµάζεται (µε επιτυχία κατ’αρχήν) στην προστασία των κηρήθρων από τον κηρόσκωρο.

Μηλιάδι (Fraxus ornus)  
∆ασικό δένδρο όχι µεγάλης εξάπλωσης, εκτιµάται όµως για την ποιότητα του ξύλου του, σκληρό και ανθεκτικό µε πολλές χρήσεις. Μελισσοκοµικά είναι αξιόλογο φυτό για γύρη και ορισµένες χρονιές για µέλι. Την εποχή που εµφανίζονται οι ασπροκίτρινες ταξιανθίες του (Μάιος),  οι ανάγκες του µελισσιού σε τροφές (µέλι και γύρη) είναι πολύ µεγάλες γι’αυτό και το µέλι από το µηλιάδι σπάνια εµφανίζεται στο τελικό προϊόν, όµως σαν δευτερεύον µελισσοκοµικό φυτό συντελεί στην ανάπτυξη του µελισσιού που προετοιµάζονται για τις καλοκαιρινές βασικές νοµές.

Οξαλίδα (Oxalis pes caprae)   
Ζιζάνιο των ελαιώνων, βολβόριζο, δυσκολοεξώντοτο. Τα φύλλα είναι τρίλοβα, ο κάθε λοβός  καρδιόσχηµος, τα φύλλα όλα µε µακρύ µίσχο σχηµατίζουν ροζέτα. Ο βλαστός του είναι κυρίως υπόγειος και προέρχεται από βολβίδια. Το ότι είναι και δυσκολοεξώντοτο ζιζάνιο αποτελεί και πλεονέκτηµα για την µελισσοκοµία αφού η χειµωνιάτικη ανθοφορία του, είναι κάθε χρόνο σταθερή, προσφέροντας γύρη και νέκταρ στις µέλισσες για πρώιµη ανάπτυξη. Άλλωστε οι περιοχές που έχει έντονη παρουσία η οξαλίδα (Κρήτη και Πελοπόννησος) ενδείκνυται για χειµερινή δραστηριότητα δηλ. εκτροφή γόνου κ.λ.π. για εκµετάλευση πρώιµων ανθοφοριών (π.χ. πορτοκάλι). Η ανθοφορία της διακόπτεται µε το φρεζάρισµα του Μαρτίου.

Τζιτζιφιά (Eleagnus angustifolia)   
Ευρύτατα καλλιεργείται ως καλλωπιστικό σε πάρκα και δεντροστοιχίες κυρίως στα παραλιακά µέρη της χώρας µας. Τα µικρά κίτρινα ευωδιαστά λουλούδια έρχονται σε αντίθεση µε τα λευκοπράσινα φύλλα του όµορφου αυτού δένδρου, ενώ οι επισκέψεις των µελισσών τον Ιούνιο (εποχή ανθοφορίας) ξεκινούν λίγο πριν την ανατολή του ηλίου και σταµατούν λίγες ώρες µετά. Το χαρακτηριστικό της τζιτζιφιάς είναι το ευχάριστο ιδιαίτερο άρωµα του λουλουδιού, που γεµίζει την ατµόσφαιρα σε µεγάλη έκταση. 

Φοίνικας (Phoenix sp.)   
Ευδοκιµεί σε τροπικά ή υποτροπικά κλίµατα, καλλιεργούµενο δένδρο για τους εδώδιµους καρπούς του (χουρµάδες). Στη χώρα µας καλλωπιστικό φυτό µε µεγάλη διάδοση τα τελευταία χρόνια, σε  παραθαλάσσιες ζεστές περιοχές. Είναι φυτό δίοικο, τα θηλυκά και αρσενικά λουλούδια του βρίσκονται σε διαφορετικά φυτά. Πολλαπλασιάζεται εύκολα µε τα σπέρµατα, που πέφτοντας από τα δένδρα δίδουν την επόµενη ή µεθεπόµενη χρονιά νέα φυτάρια, σε ίση αναλογία θηλυκών-αρσενικών.

Για τη µελισσοκοµία σηµασία έχουν τα αρσενικά δένδρα, ούτως ή άλλως µικρή λόγω της περιορισµένης εξάπλωσής του, για τη γύρη που προσφέρουν  σε σηµαντικές ποσότητες. Οι σπάδικες µε τη γύρη, ωχρό άσπρο-κίτρινο  χρώµα, προσελκύουν µεγάλο αριθµό µελισσών. Η εποχή ανθοφορίας δεν είναι σταθερή για όλα τα δένδρα µερικά των οποίων ανθίζουν µέσα στο καλοκαίρι ή φθινόπωρο, τα περισσότερα όµως ανθίζουν Απρίλιο-Μάιο. Οι ανθοφόροι σπάδικες  1-2 κατά δένδρο, δύσκολα ξεχωρίζουν στο κέντρο της βλάστησης.
 
Φράουλα (Fragaria vesca) 
Πολυετές ποώδες φυτό µικρού αναστήµατος.  Τα άνθη που σχηµατίζονται κατά οµάδες πάνω σε ταξιανθία σύνθετου σκιαδίου είναι συνήθως ερµαφρόδιτα. Κάθε άνθος αποτελείται από τον κάλυκα που έχει διπλή σειρά σεπάλων και τη στεφάνη µε τα πέταλα που συνήθως είναι λευκού χρώµατος. Η ανθοδόχη έχει σχήµα  κωνικό και φέρει πολλούς στήµονες και ύπερους. Η ανθοδόχη αυτή εξελίσσεται σε καρπό µικρότερο και πιο αρωµατικό από τις καλλιεργούµενες φράουλες µε σχήµα κωνικό, σφαιρικό ανάλογα µε την ποικιλία. Ανθίζει από Μάιο µέχρι Ιούνιο. Από µελισσοκοµικής πλευράς δεν είναι σηµαντικό φυτό. Το νέκταρ που παράγουν τα άνθη της  είναι λίγο σε ποσότητα (0,6-0,8 mg άνθος/ηµέρα) και σχετικά φτωχό σε σάκχαρα (18-25%).Αντίθετα η γύρη  αποζηµιώνει τις µέλισσες γιατί είναι αρκετή και καλής ποιότητας. Είναι φυτό που προσελκύει πολλές µέλισσες.           
 
Τσουκνίδα (Urtica sp.) 
Σε όλους µας είναι γνωστές οι τσουκνίδες, χαµηλά φυτά, ζιζάνια που φυτρώνουν σε όλους σχεδόν τους τόπους στη χώρα µας, κυρίως σε κήπους, τάφρους, χανδάκια, γενικότερα σε υγρά και πλούσια σε οργανική ουσία εδάφη. Το όνοµά τους το οφείλουν στον ερεθισµό  του δέρµατος  που προκαλεί το καυστικό οξύ που φέρουν οι λεπτές τρίχες, µε τις οποίες είναι καλυµµένα όλα τα εναέρια µέρη του φυτού. Στη χώρα µας δύο είδη τσουκνίδας είναι συνηθισµένα. α) τσουκνίδα η καυστική (urtica urens). Ετήσιο ζιζάνιο µε φύλλα πριονωτά, χρώµατος βαθύ πράσινο και λουλούδια άσπρα πολύ µικρά που µόλις ξεχωρίζουν στις βάσεις του µίσχου των φύλλων.

Η ανθοφορία τους ξεκινά πολύ νωρίς, από το Φεβρουάριο, αλλά κλιµακώνεται σε φυτά που φυτρώνουν αργότερα µέχρι και τον Ιούλιο. Οι µέλισσες επισκέπτονται τα λουλούδια συλλέγοντας κυρίως γύρη σε µικρούς ασπροκίτρινους βώλους, αλλά και νέκταρ. Οι κορυφές των τρυφερών αυτών βλαστών χρησιµοποιούνται και στη µαγειρική για τη διατροφή του ανθρώπου. β) Τσουκνίδα η δίοικος (urtica dioica). Πολυετές ζιζάνιο που έχει σε διαφορετικά φυτά τα αρσενικά και θηλυκά λουλούδια. Απαντάται σε ορεινά µέρη της χώρας µας, ανθίζει από Ιούλιο έως Σεπτέµβριο και έχει περιορισµένο µελισσοκοµικό ενδιαφέρον.              
 
Τριφύλλι (Τrifolium sp.)  
Τα  αγριοτρίφυλλα στα οποία περιλαµβάνονται πολλά είδη του γένους Τrifollium είναι πολυετή φυτά κυρίως ορεινών περιοχών µε πολύ υγρασία ή και πεδινών βαλτωδών εκτάσεων. Είναι από τα σπουδαιότερα µελισσοκοµικά φυτά. Σχεδόν όλα τα είδη του γένους Τrifollium δίνουν άφθονο νέκταρ τα οποία απαιτούν πολλές βροχές για να αποδώσουν το µέγιστο των δυνατοτήτων τους, που όχι µόνο δε σταµατάει η νεκταροέκκριση αλλά αλλά συνεχίζεται ακόµη και στην πλήρη άνθιση. Φυσικά θα πρέπει να µεσολαβούν µερικές ηµέρες µε ηλιοφάνεια και υψηλές θερµοκρασίες για να πετούν οι µέλισσες. Η σταυρεπικονίαση είναι απαραίτητη για την παραγωγή σπόρου και οι µέλισσες καθώς συλλέγουν  το νέκταρ προκαλούν και τη σταυρεπικονίαση. Το µέλι από αγριοτρίφυλλα είναι εξαιρετικής ποιότητας ανοικτού χρώµατος µε υπέροχο άρωµα και γεύση.                 
 
Μολόχα (Μalva silvestris) 
Από τα πιο συνηθισµένα αγριολούλουδα της ελληνικής υπαίθρου.   Έχει ισχυρό ριζικό σύστηµα, το οποίο επαναβλαστάνει κάθε χρόνο στο τέλος του χειµώνα. Σε πρώιµα µέρη οι ετήσιοι βλαστοί εµφανίζονται νωρίς το χειµώνα, τα πρώτα λουλούδια από τις αρχές Φεβρουάριου, ενώ η ανθοφορία συνεχίζεται καθώς συνεχίζεται η αύξηση των βλαστών µέχρι και τον Οκτώβριο. Τα λουλούδια της µε τα µεγάλα κυανοειδή πέταλα προσελκύουν τις µέλισσες προσφέροντας νέκταρ από τα νεκτάρια που βρίσκονται στη βάση των πετάλων. Το γεγονός αυτό υποχρεώνει τις µέλισσες να στρέφονται γύρω και πάνω στους ανθήρες µαζεύοντας έτσι µε τις  τρίχες που καλύπτουν το κεφάλι και τον θώρακα άσπρα σαν ‘αλευρωµένα’. Η κύρια εποχή εκµετάλλευσης  από τις µέλισσες είναι από Απρίλιο έως και Ιούνιο. Είναι πολύ ανθεκτικό στις καιρικές µεταβολές και έξοχο µελισσοκοµικό φυτό.             
 
Πεύκο  (Pinus sp.)  
Tο πεύκο αποτελεί αναµφισβήτητα το πολυτιµότερο µελισσοκοµικό φυτό της χώρας µας. Το πευκόµελο είναι η βάση της παραγωγής µελιού στην Ελλάδα, µε ποσοστό 60% περίπου της συνολικής παραγωγής και είναι µέλι εξαιρετικής ποιότητας. Το µελίτωµα στο πεύκο προέρχεται από το κοκκοειδές Marchalina hellenica (εργάτης), που εγκαθίσταται κυρίως στις σχισµές του ξηρόφλοιου και περιβάλλεται µε µια κηρώδη άσπρη ουσία την χαρακτηριστική βαµβακάδα που εκκρίνει το ίδιο από το δέρµα του. Οι µελιτώδεις εκκρίσεις αρχίζουν από τον Αύγουστο µέχρι την άνοιξη. Οι περίοδοι εκκρίσεων από τον Αύγουστο µέχρι τον Οκτώβριο, είναι αυτές που αξιοποιούνται κυρίως για την παραγωγή πευκόµελου, ενώ την ψυχρή περίοδο του έτους οι εκκρίσεις παραµένουν ανεκµετάλλευτες γιατί οι µέλισσες δεν πετούν για να συλλέξουν το µελίτωµα.

 Και η ανοιξιάτικη όµως µελιτοέκκριση, είναι πολύ σηµαντική για την αποθήκευση τροφών  που συντελούν στην περαιτέρω ανάπτυξη των µελισσοσµηνών. Πέρα από τη µεγάλη παραγωγή που προσφέρει το πεύκο εµφανίζει και άλλα πλεονεκτήµατα όπως: Μεγάλη σταθερότητα στη µελιτοέκκριση, µεγάλη µελισσοχωρητικότητα, παρατεταµένη περίοδο εκµετάλλευσης, τα µελισσοσµήνη στα πευκοδάση είναι εξασφαλισµένα από ψεκασµούς, δεν εµφανίζονται τα δυσάρεστα φαινόµενα της λεηλασίας και της παραπλάνησης των µελισσών, εξασφαλίζονται τα µελίσσια από µέλι σαν απόθεµα τροφών. Το πεύκο όµως παρουσιάζει και ορισµένα µειονεκτήµατα.

Το σπουδαιότερο είναι η κατακόρυφη πτώση της γέννας της βασίλισσας που έχει σαν αποτέλεσµα την σηµαντική µείωση του πληθυσµού των µελισσοσµηνών µετά από αρκετό χρόνο παραµονής στο πεύκο. Αυτό το φαινόµενο προκαλεί δύο ανεπιθύµητες καταστάσεις: τη µη πλήρη αξιοποίηση της µελιτοέκκρισης λόγω αδυνατίσµατος των µελισσιών και φυσικά απώλειας σηµαντικών ποσοτήτων µελιού και απώλεια των µελισσοσµηνών κατά την περίοδο του χειµώνα. Το µέλι από πεύκο δεν κρυσταλλώνει και είναι πλουσιότερο σε ιχνοστοιχεία , πρωτεΐνες, αµινοξέα και έχει λιγότερες θερµίδες.                
 
Παλιούρι (Paliurus sp.) 
Το παλιούρι προσφέρει νέκταρ και γύρη πολύ καλής ποιότητας γι’αυτό επικρατεί η πεποίθηση πως οι βασίλισσες που βγαίνουν στο παλιούρι, όταν είναι επιτυχής η ανθοφορία του, είναι από τις καλύτερες. Το µειονέκτηµα της ανθοφορίας αυτής είναι, όπως και της ακακίας που προηγείται της ανθοφορίας του παλιουριού, η ευαισθησία στις βροχές και στον ξερό Β.∆. άνεµο. Παρ’όλα αυτά είναι ένα από τα σπουδαιότερα µελισσοκοµικά φυτά της χώρας µας και η ανθοφορία του ξεκινά από τα µέσα Μαΐου  σε πρώιµες περιοχές και επεκτείνεται στο µεγαλύτερο µέρος του Ιουνίου στα οψιµότερα µέρη.                    
 
Λαδανιά (Cistus cretica) 
∆ηµιουργεί πολύ όµορφα ροζ λουλούδια. Ανθίζει από το Μάρτιο µέχρι και τον Ιούνιο. Φέρει ερµαφρόδιτα άνθη που µπορούν να αυτογονιµοποιηθούν, ή γίνεται επικονίαση κυρίως από τις µέλισσες. Αποτελεί το σπουδαιότερο γυρεοδοτικό µελισσοκοµικό φυτό της Μεσογείου. Είναι γνωστό και µε άλλα ονόµατα όπως κουνούκλα, αγριοτριανταφυλλιά ( το λουλούδι της µε τα µεγάλα ρόδινα πέταλα µοιάζει µε το λουλούδι της άγριας τριανταφυλλιάς). Απαντάται σ’όλη την Ελλάδα. Την εποχή άνθισης της λαδανιάς, τα πλαίσια στην κυψέλη γεµίζουν µε γύρη, γεγονός που µπλοκάρει την επέκταση του γόνου, όµως οι ανάγκες  του µελισσιού σε γύρη το καλοκαίρι για την εκτροφή γόνου είναι τόσο µεγάλες, που καταναλίσκεται γρήγορα από τις παραµάνες µέλισσες, δίνοντας τη θέση τους  σε γόνο και εν συνεχεία σε µέλι το φθινόπωρο.                     
 
Κουµαριά (Arbutus unedo L.)  
Η άνθισή της αρχίζει από Οκτώβριο και συνεχίζεται όλο το ∆εκέµβριο. Προσφέρει νέκταρ και γύρη, δυναµώνοντας εξαιρετικά τα µελίσσια που επεκτείνουν το γόνο, σε µια κρίσιµοι για το ξεχειµώνιασµά τους περίοδο και εφοδιάζονται µε µέλι κατάλληλο για τη διατροφή τους όχι όµως και για τον άνθρωπο, λόγω της δυσάρεστης γεύσης του. Τέλος είναι πιθανό οι κλιµατικές συνθήκες που επικρατούν αυτή την εποχή, βροχές, περίσσεια υγρασίας, περιορισµός της πτήσης των µελισσών, να είναι αιτία αρνητικών φαινοµένων, όπως η εµφάνιση της νόσου νοζεµίασης στο µελίσσι και οι µελισσοκόµοι να τα συνδυάζουν µε τη βόσκηση στην κουµαριά.             
 
Αγκορτζιά (Pirus amygdalοformis)  
Η ανθεκτικότητα του δένδρου, η πυκνή κόµη του µε το όµορφο στρογγυλό του σχήµα, προσέφερε σκιά στους αγρότες  τους καλοκαιρινούς µήνες και καταφύγιο για πολλά είδη πτηνών της άγριας πανίδας. Η σε µεγάλο ποσοστό κοπή αυτών των πολύτιµων δένδρων, για οικονοµικούς λόγους (εξοικονόµηση εδαφών) και ευκολίας στην καλλιέργεια (ελκυστήρες, θεριζοαλωνιστικές, αρδευτικά συγκροτήµατα), αλλοίωσε την µορφή των κάµπων της χώρας µας, ενώ σίγουρα ήταν οπισθοδρόµηση στην διατήρηση του περιβάλλοντος και στην οικολογική ισορροπία. Ακόµη πολλές αγκορτζιές εµβολιάσθηκαν µε διάφορες ποικιλίες αχλαδιάς σε µια µεγάλη προσπάθεια που έγινε στη δεκαετία του ’60 πράξη που για τη µελισσοκοµία δεν είχε όφελος, αφού η ανθοφορία της αγκορτζιάς ( Απρίλιο) είναι αξιολογότερη για τις µέλισσες απ’ότι της αχλαδιάς. Σήµερα οι αγκορτζιές αυτοφύονται σε χέρσες εκτάσεις και στις άκρες των δρόµων.                    
 
Γαλαζάκι (Centaurea cyanus)  
Φυτό λευκοπράσινο, µε όρθιο βλαστό και µακριές διακλαδώσεις ύψους 30-80 εκ. Ανθεκτικό µε διαδοχικές εκπτύξεις ανθοφόρων στελεχών και πολύτιµη διπλή προσφορά για τις µέλισσες (νέκταρ και γύρη). Τα µελίσσια δηµιουργούν αποθέµατα µελιού ενώ ταυτόχρονα αναπτύσσονται σε πληθυσµό και γόνο, γεγονός που κρατά το γαλαζάκι  ψηλά στη συνείδηση των µελισσοκόµων. Στα σιτηρά  ορεινών περιοχών, όπου συνήθως δεν χρησιµοποιούνται πολλά ζιζανιοκτόνα , τον Ιούνιο-Ιούλιο το χρώµα εναλλάσσεται από το χρυσό κίτρινο στο βαθύ µπλε προς χαρά των µελισσοκόµων.

Αλογοθύµαρο-Σµυρνιά-Σµύρος (Anthyllis  hermaniae)   
Aνθεκτικός θάµνος στις καιρικές συνθήκες και γενικότερα καταπονήσεις, όπως πάτηµα ή βόσκηση από ζώα, συναγωνισµό µ’άλλα φυτά, στις άγονες και ακαλλιέργητες περιοχές όπου ευδοκιµεί. Τα κίτρινα ευωδιαστά λουλούδια της είναι πόλος έλξης των µελισσών και αν οι βροχές που προηγήθηκαν της άνθησης ήταν αρκετές, τότε η επιτυχία της ανθοφορίας είναι εξασφαλισµένη.Η αντοχή της ανθοφορίας στις αντίξοες καιρικές συνθήκες, η κλιµάκωσή της από τα χαµηλότερα σε µεγαλύτερα υψόµετρα είναι δυνατόν να κλιµακώσουν την περίοδο άνθησης και πέραν του µηνός.

Πάντως ο Ιούνιος είναι ο κυριότερος µήνας εκµετάλευσής της από τις µέλισσες,η ανθοφορία αρχίζει στα χαµηλά τον Μάιο. Το νέκταρ  και το µέλι είναι λαµπερό-ανοιχτόχρωµο κίτρινο µε υπέροχο άρωµα.Οι µέλισσες χτίζουν πολλά κεριά στο αλογοθύµαρο,ένα µάλιστα  χαρακτηριστικό, ίσως µοναδικό είναι ότι τα φρεσκοκτισµένα κεριά έχουν χρώµα ζωηρό κίτρινο αντί του συνηθισµένου άσπρου.Θεωρείται και είναι σπουδαίο µελισσοκοµικό φυτό. 
                
Λυγαριά-Λυγιά-Άγνος-Kαναπίτσα (Vitex agnus castus) 
Η Λυγαριά είναι φυλλοβόλος θάµνος µε ύψος έως 4 µέτρα. που φύεται σε πολλές ακαλλιέργητες πεδινές εκτάσεις της χώρας µας, ιδιαίτερα σε κοίτες χειµάρρων ή σε περιοχές που καταλαµβάνονται από νερά πληµµυρισµένων ποταµών.  Για την αξία της λυγαριάς και την σηµασία της  στην µελισσοκοµία , δεν υπάρχει σχετική ελληνική ή ξένη βιβλιογραφία, οι γνώµες των µελισσοκόµων διχάζονται.Οι περισσότεροι θεωρούν τη λυγαριά σηµαντικό µελισσοκοµικό φυτό και υπολογίζουν στο νέκταρ και τη γύρη που προσφέρει στις µέλισσες την περίοδο άνθησης της (Ιούνιος-Αύγουστος). 
               
Καλαµπόκι (Zea mays)   
Καλλιεργούµενο φυτό ανοιξιάτικης ή καλοκαιρινής σποράς. Καταλαµβάνει µεγάλες εκτάσεις παγκοσµίως, αλλά και στη χώρα µας όπου και επιτυγχάνεται µε την χρήση υβριδίων, µεγάλες στρεµµατικές αποδόσεις από τις υψηλότερες στον κόσµο. Το καλαµπόκι είναι ανεµόφιλο φυτό και ως εκ τούτου παράγει µεγάλες ποσότητες γύρης. Σε συνδυασµό µε την πυκνότητα σποράς και τις µεγάλες εκτάσεις που καταλαµβάνει, µπορεί να ικανοποιήσει τις ανάγκες σε γύρη χιλιάδων µελισσών από καλλιέργειες περιορισµένης σχετικά έκτασης.

 Υπολογίζεται ότι η γύρη που παράγεται ανέρχεται σε 7-30 κιλά/στρέµµα. Συχνά προσβολή από αφίδες έχει σαν αποτέλεσµα την παραγωγή µελιτωµάτων τα οποία προσελκύουν τις µέλισσες αρκετές µέρες πριν την ανθοφορία. Σ’αυτό το στάδιο µπορεί να προκληθούν µεγάλες ζηµιές στα µελίσσια από ψεκασµούς για καταπολέµηση των αφίδων. Η ανθοφορία του καλαµποκιού ξεκινά τον Ιούλιο για την ανοιξιάτικη σπορά και τον Αύγουστο Σεπτέµβριο για την καλοκαιρινή επίσπορη καλλιέργεια. Η κύρια εκµετάλλευση για τη µελισσοκοµία πραγµατοποιείται τον Ιούλιο, η επιτυχία είναι εξασφαλισµένη και ανεξάρτητη βροχοπτώσεων αφού η καλλιέργεια είναι αρδευόµενη.      
 
Θυµάρι (Thymus capitatus)  
To πιο γνωστό µελισσοκοµικό φυτό στη χώρα µας και όχι µόνο µεταξύ των µελισσοκόµων, αλλά γενικότερα στο ευρύ κοινό που έχει συνδέσει τη λέξη µέλι µε τη λέξη θυµάρι. Βρίσκεται σ’όλη την Ελλάδα, φυτρώνει σε ξηρές πλαγιές ή παραθαλάσσιες πετρώδεις θέσεις, σε φρύγανα, εκεί που η γεωργική γη είναι ελάχιστη και οι βροχές στη θερινή περίοδο σπάνιες. Ενδεικτικό της αντοχής και της προσαρµογής του στις ξηροθερµικές συνθήκες είναι το µέγεθος και το σχήµα των φύλλων του, µικρά και στενά φυλλαράκια, αλλά και ολόκληρου του φυτού, χαµηλό και σφαιρικό σχήµα, ώστε να περιορίζεται κατά το δυνατόν η διαπνοή, η κατανάλωση δηλαδή νερού.

Το σφαιρικό σχήµα έδωσε και το όνοµα στο είδος του φυτού(capitatus = κεφαλωτός). Το θυµάρι ανήκει στην κατηγορία των κύριων µελισσοκοµικών φυτών εξαιτίας της άφθονης και πλούσιας σε σάκχαρα νεκταρεέκκρισης του όταν φυσικά είναι επιτυχηµένη και καταλήγει σε τρυγητό. Η περιεκτικότητα σε σάκχαρα κυµαίνεται από 40-60% ενώ το δυναµικό µέλιτος στα 400 και άνω κιλά µελιού ανά εκτάριο (Εva Crane).Το τελευταίο νούµερο αναφέρεται µε κάθε επιφύλαξη, αφού εξαρτάται από την πυκνότητα των φυτών θυµαριού σε δεδοµένη έκταση και φυσικά το έτος µέτρησης. Υπάρχουν δυστυχώς χρονιές που η νεκταροέκκριση είναι µηδενική, ενώ είναι γνωστό ότι η σύνθεση των θυµαρότοπων συνεχώς επιδεινώνεται εις βάρος του θυµαριού και εις όφελος ανεπιθύµητων φυτών.               
 
Βαµβάκι (Gossypium hirsutum) 
Το βαµβάκι είναι και αξιόλογο µελισσοκοµικό φυτό µε πολύ σπουδαία πλεονεκτήµατα. α) τη µεγάλη έκταση της καλλιέργειας  σ’όλη σχεδόν την ηπειρωτική Ελλάδα β) τη σταθερότητα της νεκταροέκκρισης από χρονιά σε χρονιά, έχει ήδη προσανατολίσει µεγάλο αριθµό µελισσοκόµων στην παραγωγή βαµβακόµελου. Το βαµβακόµελο είναι πολύ ρευστό κατά τη φυγοκέντριση και το χρώµα του ανοικτό- λαµπερό-κίτρινο.
 Γρήγορα όµως κρυσταλλώνει και αποκτά πολύ ανοικτό, σχεδόν άσπρο χρώµα. Τελευταία άρχισε η παραγωγή υβριδίων βαµβακιού µε περιορισµένη νεκταροέκκριση, έτσι ώστε να µη προσελκύονται τα επιβλαβή έντοµα. Το γεγονός αυτό µπορεί να µειώσει τις επεµβάσεις µε εντοµοκτόνα, δεν γνωρίζουµε όµως πόσο θα µειωθεί η παραγωγή βαµαβακόµελου αφ’ενός και αφετέρου πόσο θα επηρεάσει την ποιότητα και ποσότητα του βαµβακιού.
   
 Φθινοπωρινό Ρείκι (Erica verticilata) 
Το φθινοπωρινό ή κόκκινο ρείκι είναι φυτό που το συναντά κανείς σ’όλη την Ελλάδα, ηπειρωτική ή νησιώτικη. Είναι γνωστό µε πολλά κοινά ονόµατα όπως κλαδί, πυρένι,σουσούρα, τσάρο,έρικας, τσαλί, χαµόρεικο κ.α. Το επιστηµονικό του όνοµα είναι  Erica verticilata ή Erica multipolyflora που µεταφρασµένα σηµαίνουν ερείκη η σπονδυλωτή και ερείκη η πολυανθής. Βρίσκεται σε όλα τα υψόµετρα και τις πλαγιές που καλύπτονται από θαµνώδη δασική βλάστηση, όπου συνυπάρχει µε κουµαριές, λαδανιές, σµυρνιές, πουρνάρια, ανοιξιάτικα ρείκια, σχίνους κ.λ.π. Το φθινόπωρο όταν είναι ανθισµένο, ολόκληρη η περιοχή χρωµατίζεται από τα πολυάριθµα κόκκινα – µοβ λουλούδια τους και τότε εύκολα ξεχωρίζει από τους άλλους θάµνους και κυρίως από το ανοιξιάτικο ρείκι (Erica arborea) µε το οποίο έχει πολλές βοτανικές οµοιότητες, αφού ανήκουν στο ίδιο γένος..  Προσφέρει άφθονο νέκταρ και γύρη στις µέλισσες και κατατάσσεται ιδίως το φθινοπωρινό ρείκι ή σουσούρα, πρώτο στις προτιµήσεις των µελισσοκόµων κυρίως για τους παρακάτω λόγους.

Η µεγάλη έκταση που καταλαµβάνει. Η µεγάλη ποσότητα και υψηλής βιολογικής αξίας γύρη που προσφέρει στις µέλισσες. Αρκετές ποσότητες νέκταρος, ιδίως από το µέσο της ανθοφορίας και µετά. Η εποχή που ανθίζει το φθινοπωρινό ρείκι είναι κρίσιµη για τη µελισσοκοµία. Πλησιάζει ο χειµώνας, τα µελίσσια πρέπει να ανανεώσουν τον πληθυσµό τους για το ξεχειµώνιασµα, οι ανθοφορίες σπανίζουν και µια επιτυχηµένη ανθοφορία ρεικιού είναι ότι καλύτερο. Σηµαντική είναι επίσης η βοήθεια που προσφέρει στα µελίσσια  που αδυνατίζουν στο πεύκο, συµβάλλοντας  στην επιτυχέστερη  εκµετάλλευση του τελευταίου.

Υπάρχουν όµως και µειονεκτήµατα λίγα αλλά σηµαντικά όπως: Ευαισθησία στις κλιµατολογικές συνθήκες, έχοντας απαίτηση στην ύπαρξη αρκετής εδαφικής υγρασίας για την έναρξη της ανθοφορίας. Μετά την πλήρη άνθιση όµως στην περίοδο της νεκταροέκκρισης είναι ευαίσθητη στη βροχή, στον ξερό Β.∆. άνεµο και στον καυτό λίβα που την σταµατούν. Εµφάνιση λεηλασίας, όταν για τους παραπάνω λόγους σταµατήσει η νεκταροέκκριση ή στην αναµονή έναρξης της ανθοφορίας.                 
 
Πολύκοµπος (Polygonum sp.) 
Οι µήνες Ιούλιος και Αύγουστος είναι η εποχή που κύρια οι µελισσοκόµοι εκµεταλλεύονται την ανθοφορία του πολύκοµπου. Οι µέλισσες βρίσκουν στον πολύκοµπο την απαραίτητη για την εκτροφή του γόνου γύρη όλους τους µήνες του φθινοπώρου και τον ∆εκέµβριο, µε αποτέλεσµα ο πολύκοµπος µαζί µε το φθινοπωρινό ρείκι και την κουµαριά, να είναι οι τελευταίες σηµαντικές πηγές γύρης πριν από την ερχόµενη άνοιξη και ως εκ τούτου η χρησιµότητά του είναι µεγάλη.                  
 
Αρµυρίκι (Tamarix sp.)  
Στην Ελλάδα έχουµε 6 είδη γνωστά µε τα κοινά ονόµατα Μυρίκια, Αρµυρίκια, Μυρίγκες (Αίγινα), Μερικοί (Κύπρος). Μερικά ανθίζουν την άνοιξη (Μάρτιος- Απρίλιος) και άλλα το φθινόπωρο (Σεπτέµβριος-Οκτώβριος). Είναι πολύ χρήσιµο φυτό, εξαιτίας κυρίως της ικανότητας να καλύπτει τις αµµώδεις παραλιακές περιοχές. Σπάνια καίγεται, αφού δηµιουργεί πολύ αραιές κοινωνίες. Λόγω της υψηλής περιεκτικότητας του κορµού της σε µεταλλικά στοιχεία είναι ιδιαίτερα δύσφλεκτο είδος. Προσφέρουν κυρίως γύρη στις µέλισσες, αλλά και νέκταρ. Είναι φυτό χρήσιµο στη µελισσοκοµία, λόγο της µεγάλης αντοχής και της µέτριας ανάπτυξής του, κατάλληλο για δενδροφυτεύσεις δρόµων, πάρκων κ.λ.π.                 
 
Ακονιζιά – Σκοτζάρι ( Inula viscosa)   
Ανθίζει το φθινόπωρο, τα λουλούδια του έχουν χρώµα ζωηρό κίτρινο και είναι κατ’εξοχήν γυρεοδοτικό φυτό. Λόγω εποχής άνθισης, Σεπτέµβριος- Οκτώβριος είναι χρήσιµο φυτό στη µελισσοκοµία αφού την εποχή αυτή  η γύρη σπανίζει αφ’ενός, αφ’ετέρου είναι απαραίτητη για την εκτροφή γόνου  και την ανανέωση του πληθυσµού των µελισσιών.                
 
Ακακία (Robinia pseudacacia) 
Στη χώρα µας η ακακία έχει σηµαντική θέση στον κατάλογο των µελισσοκοµικών φυτών και δεν είναι λίγοι οι µελισσοκόµοι που υπολογίζουν στην ακακία το πρώτο δεκαήµερο του Μαΐου για τη δηµιουργία αποθεµάτων µελιού στα µελίσσια και το κτίσιµο νέων κηρήθρων. Η ανθοφορία της είναι εντυπωσιακή και διαρκεί 10-20 µέρες, ενώ κάθε λουλούδι ξεχωριστά τις πρώτες 5-6 µέρες. To µοναδικό, όµως σοβαρό µειονέκτηµα της ακακίας είναι η ευαισθησία της ανθοφορίας στη βροχή και στον αέρα. Κατά την πλήρη άνθιση αρκεί µια ελαφρά βροχή ή δυνατός ξηρός αέρας για να καταστρέψει την ευχάριστη εικόνα της προηγούµενης ηµέρας και τότε το θέαµα είναι απογοητευτικό. Όµως σε ευνοϊκές χρονιές η ακακία µπορεί να κάνει θαύµατα.
               
Αµυγδαλιά (Prunus amygdalus)  
Η εποχή άνθισης είναι κρίσιµη για το µελίσσι γιατί αυτό βρίσκεται στο λεπτότερο σηµείο της ζωής του µέσα στο χρόνο, στο οποίο όπου γίνεται η έναρξη παραγωγής γόνου και πρέπει να γίνει το γεφύρωµα των γερασµένων χειµωνιάτικων µελισσών µε τις νέες ανοιξιάτικες. Η ανθοφορία της αµυγδαλιάς τότε προσφέρει γύρη και µέλι απαραίτητο για  την ανάπτυξη του γόνου. Επίσης µπαίνουν τα θεµέλια για πρώιµο τρύγο τον Μάιο- Ιούνιο, φυσικά σε άλλες ανθοφορίες και τοποθεσίες.                
 
Αρκουδόβατος (Smilax aspera)   
Η εντυπωσιακή σε άρωµα ανθοφορία του αρκουδόβατου το Σεπτέµβριο, µε τα µικρά ασπρορόδινα λουλούδια, αποζηµιώνει για τις ενοχλήσεις που προκαλεί τον υπόλοιπο χρόνο. Ανθίζει από τον Αύγουστο έως και τον Οκτώβριο, τα άνθη του είναι µικρά άσπρου χρώµατος. Οι µέλισσες βόσκουν εντατικά στον αρκουδόβατο, συλλέγοντας γύρη και νέκταρ. Επειδή ο αρκουδόβατος συνυπάρχει µε άλλα φυτά  στον υπόροφο των πευκοδασών, όπου ως γνωστόν το φθινόπωρο η γύρη σπανίζει, είναι φυτό χρήσιµο στη µελισσοκοµία.              
 
Ασφόδελος  (Asphodelus microcarpus)  
Ο ασφόδελος είναι ζιζάνιο των βοσκοτόπων , δυσκολοεξώντοτο, ακριβώς όµως γι’αυτόν τον λόγο πολύτιµο µελισσοκοµικό φυτό, συνυπολογιζόµενου του γεγονότος ότι προσφέρει µεγάλες ποσότητες νέκταρος στις µέλισσες, είναι πρώιµης µεγάλης διάρκειας άνθισης, σκληροτράχηλο φυτό στις καιρικές συνθήκες. Βροχές ακόµη και στη διάρκεια της ανθοφορίας δεν επηρεάζουν την ανθοφορία.   Oι ανθοφόροι βλαστοί εµφανίζονται στις αρχές της άνοιξης µέχρι και τον Ιούνιο στις όψιµες τοποθεσίες.Οι βροχές της άνοιξης ευνοούν την σταδιακά επεκτεινόµενη ανθοφορία των στελεχών και την επιτυχηµένη νεκταροέκκριση. Αρκετές χρονιές τ’αποθέµατα µελιού που συλλέγουν οι µέλισσες είναι περισσότερα από τις ανάγκες (µεγάλες αυτή την εποχή) για την εκτροφή του γόνου και πραγµατοποιείται τρυγητός.
                 
Αγριορίγανη – Θυµαράκι – Τούφα (Thymus serpyllum) 
Πολύ διαδεδοµένο αυτοφυές φυτό, χαµηλή πόα, που δεν ξεπερνά σε ύψος  τα 30-40 εκατοστά, µε ευωδιαστά ασπρορόδινα λουλούδια και φύλλα-βλαστάρια µε µεγάλη ποσότητα αιθέριου ελαίου, παρόµοια µε του θυµαριού. Απαντάται σ’όλα τα υψόµετρα, από τα παραθαλάσσια µέρη µέχρι και πάνω από 1.000 µέτρα, προσελκύει τις µέλισσες µε το έξοχο αρωµατικό νέκταρ του. Σε περιοχές συνήθως ορεινές, µε µεγάλες εκτάσεις αγριορίγανης ή τούφας, όπως είναι γνωστό και αλλιώς το θυµαράκι, το µέλι που παράγεται, συνήθως τον Ιούλιο µετά την ανθοφορία του Μαΐου-Ιουνίου είναι πολύ αρωµατικό, εφάµιλλο του θυµαριού.                       
 
 Ασφάκα  (Phlomis fruticosa) 
Εντυπωσιακά κίτρινα λουλούδια και ζωηρή βλάστηση χαρακτηρίζουν τον θάµνο αυτό που καλύπτει πολλές άγονες εκτάσεις της Ν∆ κυρίως Ελλάδος. (Βελαούρες είναι η επωνυµία τέτοιων εκτάσεων στη ∆υτική Ελλάδα). Είναι φυτό αµφισβητούµενης µελισσοκοµικής αξίας. Παρά το γεγονός ότι η ανθοφορία της διαρκεί πλέον των δύο µηνών (άνοιξη), σπάνια παρατηρεί κανείς µέλισσες να βόσκουν στα µακρυκάλυκα λουλούδια της. Μερικές φορές όµως, ιδίως προς το τέλος της ανθοφορίας όταν αρχίζουν να µαραίνονται τα λουλούδια ή µετά από βροχή όταν τα λουλούδια γεµίζουν νερό και οι µέλισσες µπορούν να φθάσουν µε την προβοσκίδα τους το νέκταρ, τότε η παραγωγή µελιού είναι εντυπωσιακή. Το µέλι της ασφάκας (δεν βγαίνει κάθε χρόνο ούτε σε µεγάλες ποσότητες) είναι πολύ καλής ποιότητας, µε ευχάριστη γεύση και ανοικτό κίτρινο χρώµα.               
 
 Καβαλαριά – Αγριόβικος (Vicia sp.)  
Εξόχως µελιγόνο αυτοφυές ζιζάνιο των καλλιεργειών. Την άνοιξη κυριαρχεί στην αυτοφυή βλάστηση ακαλλιέργητων εκτάσεων, στους φράκτες και τα σύνορα µεταξύ των καλλιεργειών. Αναρριχόµενο φυτό, στερείται ισχυρού κορµού, ενώ βροχοπτώσεις την άνοιξη ευνοούν τη γρήγορη ανάπτυξή του και την πλούσια και συνεχή ανθοφορία του. Μ ε συνθήκες ήπιου χειµώνα (φυτό ευαίσθητο στους παγετούς) και βροχερής άνοιξης, κλιµακώνει την ανθοφορία στους συνεχούς εκπτυσσόµενους νέους βλαστούς, από το τέλος του χειµώνα έως και το καλοκαίρι.
 Τα λουλούδια µε χρώµα βαθύ κόκκινο-µοβ και σχήµα ψυχής (πεταλούδας) όπως σ’όλα τα ψυχανθή, προσφέρουν νέκταρ σε µεγάλες ποσότητες και τ’αποτελέσµατα φαίνονται µέσα στην κυψέλη, που βαραίνει γρήγορα από το µέλι που ωριµάζει. Υπολογίζεται πολύ από τους µελισσοκόµους, η σηµασία του όµως συνεχώς υποβαθµίζεται, αφού η εντατική χρήση της γεωργικής γης και των ζιζανιοκτόνων το περιορίζουν στα ρείθρα των δρόµων και στις εκτάσεις µε µεγάλη κλίση που δύσκολα καλλιεργούνται.
                
Αγριοσουσαµιά  (Heliotropium europeum) 
Ποώδες ετήσιο φυτό µε άσπρα  ευωδιαστά λουλουδάκια που φυτρώνει σε χέρσα εδάφη και σε θερισµένα σιτηρά. Η ταξιανθία θυµίζει το λουλούδι της σουσαµιάς, ανθίζει τον Ιούλιο σταδιακά, δένει τους σπόρους στη βάση και συνεχίζει την ανθοφορία προς την κορυφή. Η διάρκεια ανθοφορίας ξεπερνά τις 30-40 ηµέρες και διακόπτεται συνήθως το  φθινόπωρο ή από το όργωµα των χωραφιών. Σε ορισµένες περιοχές παράγεται µέλι µε σηµαντική συµµετοχή του αξιόλογου αυτού µελισσοκοµικού φυτού, λευκοκίτρινου χρώµατος µε εξαιρετικό χρώµα.                
 
 Αγριολεβάντα  (Lavandula stoechas)  
Αυτοφυές αρωµατικό φυτό που βρίσκεται σ’αρκετές περιοχές της χώρας µας όπως Πελοπόννησο, Χαλκιδική, Κρήτη, Εύβοια, Κω και  σ’άλλα  νησιά. Μεγάλη παρουσία έχει στη Λέσβο όπως είναι γνωστό µε το κοινό όνοµα Αβαγιανός. Ανήκει στην οικογένεια των χειλανθών (Labiatae) που αναγνωρίζονται εύκολα από τους τετραγωνικούς βλαστούς και είναι τα περισσότερα αξιόλογα µελισσοκοµικά φυτά. Οι µέλισσες επισκέπτονται τα λουλούδια της αγριολεβάντας κυρίως για το νέκταρ το οποίο λόγο εποχής άνθησης (από Φεβρουάριο έως Απρίλιο) καταναλώνεται για τη διατροφή του γόνου.                
 
 Φασκόµηλο (Salvia officinalis)  
Ανθίζει σε χέρσες, ξηρές, πετρώδεις θέσεις. Η αξία του φασκόµηλου για τη µελισσοκοµία είναι µεγάλη όπως και η εκτίµηση των µελισσοκόµων όλης της νησιωτικής Ελλάδας για το αρωµατικό αυτό φυτό της ελληνικής χλωρίδας. Σηµαντική όµως και η προτίµηση που δείχνουν οι µέλισσες στη βόσκηση των λουλουδιών της φασκοµηλιάς συλλέγοντας κυρίως νέκταρ την περίοδο Μαρτίου Απριλίου.               
 
Ανεµώνη (Αnemone sp.) 
Ανθίζει από το Φεβρουάριο µέχρι τον Απρίλιο και  δίνει άφθονη γύρη. Οι πανέµορφες ανεµώνες πολλές φορές αναφέρονται και ως ‘αγριοπαπαρούνες’. Βροχερός και ήπιος χειµώνας ευνοεί την πρώιµη άνθισή τους το χειµώνα έως και τους πρώτους µήνες της άνοιξης. Τα µεγάλα εντυπωσιακά ασπρορόδινα ή και κόκκινα λουλούδια της ανεµώνης, προσελκύουν τις µέλισσες για τη γύρη που προσφέρουν. Λόγω εποχής ανθοφορίας έχουν µελισσοκοµικό ενδιαφέρον.               
 
Πυράκανθος. (Pyracantha coccinea)   
Η ανθοφορία του δεν διαρκεί πολλές ηµέρες (περίπου µία εβδοµάδα,αρχές Μαϊου) προσελκύει όµως πολλές µέλισσες, προσφέροντας νέκταρ κυρίως.               
 
∆ενδρολίβανο (Rosmarinus officinalis)  
Στη χώρα µας  βρίσκεται σαν αυτοφυές σε περιοχές της Νότιας Ελλάδας και στην Ζάκυνθο και Κρήτη, σαν καλλωπιστικό στις αυλές και στους κήπους σ’όλη την Ελλάδα και σαν καλλιεργούµενο φυτό σε πολύ µικρές εκτάσεις στη Βόρεια Ελλάδα.Το δενδρολίβανο είναι φυτό µε τη µεγαλύτερη περίοδο άνθισης. Ανθίζει από το Σεπτέµβριο µέχρι και τα µέσα Μαΐου. Μόνο στους θερινούς µήνες µε τις υψηλές θερµοκρασίες µένει χωρίς λουλούδια, όµως και αυτή την περίοδο συνεχίζει την ανάπτυξη των βλαστών του και να ευνοηθεί µε βροχές, η ανθοφορία του ξεκινά νωρίς το Σεπτέµβριο ή ακόµη και τον Αύγουστο.              
 
 Bερικοκιά (Prunus armeniaca)  
Η καλλιέργεια σε οργανωµένους οπωρώνες µείωσε το ενδιαφέρον για µελισσοκοµική εκµετάλλευση εξαιτίας της υπερβολικής και πολλές φορές άκαιρης χρήσης εντοµοκτόνων. Παρ όλα αυτά η βερικοκιά αποτελεί σπουδαίο µελισσοκοµικό φυτό γιατί προσφέρει γύρη και νέκταρ. Η ποσότητα της γύρης είναι σηµαντική , καλύπτει τις ανάγκες των µελισσιών που την έχουν απόλυτο ανάγκη  για την διατροφή του γόνου και τη δηµιουργία αποθεµάτων. Τα αποτελέσµατα µέσα στην κυψέλη πιστοποιούν και για την άριστη ποιότητα της γύρης της βερικοκιάς που µε την ύπαρξη συµπαγών οπωρώνων µπορεί να συντηρήσει εκατοντάδες µελίσσια σε µια συγκεκριµένη περιοχή. Αν στο πρώτο µισό της ανθοφορίας η γύρη έχει τον πρώτο λόγο, στο δεύτερο µισό το νέκταρ είναι πιο σηµαντικό. Η ποσότητα είναι αρκετά µεγάλη, σε σηµείο που πέραν από τις ανάγκες  συντήρησης του σµήνους και διατροφής του γόνου δηµιουργούνται και αποθέµατα στα ‘στεφανώµατα’ δηλαδή πάνω και γύρω από τις περιοχές του πλαισίου που καταλαµβάνει ο γόνος.

Χαρουπιά (Ceratonia siliqua L.) 
Η χαρουπιά είναι φυτό µεγάλης χρησιµότητας  για τη µελισσοκοµία, µιας και είναι αυτοφυής ή και εµβολιασµένη. Ο Σεπτέµβρης είναι ο µήνας που τα άνθη της ήµερης χαρουπιάς δίνουν στις µέλισσες τη δυνατότητα να κάνουν πολύ µέλι και να αποθηκεύει  γύρη. Η άγρια χαρουπιά που αναβλαστάνει ακόµα και αν ξεραθεί το εµβόλιο της ήµερης, προσφέρει γύρη προς τα τέλη του φθινοπώρου. Η χαρουπιά δεν υστερεί έναντι των άλλων δασικών δέντρων ούτε ως προς τις µελιτώδεις εκκρίσεις. Από τους µίσχους και τους καρπούς της οι µέλισσες συλλέγουν µερικές χρονιές άφθονα µελιτώµατα. Η µελιτοφορία της χαρουπιάς το Σεπτέµβριο είναι σηµαντική γιατί αυτήν την εποχή  δεν δίνουν πολλά φυτά τροφές  και είναι µία περίοδος ανάπαυλας, προετοιµασίας και αναδιοργάνωσης για την εκµετάλλευση του πεύκου.   

∆ενδρώδες ρείκι (Erica arborea L.)  
Το ανοιξιάτικο ρείκι παρουσιάζει πλούσια νεκταροέκκριση, ικανοποιητική σταθερότητα από χρονιά σε χρονιά, έχει µεγάλη διάρκεια άνθισης και αντοχή στα καιρικά φαινόµενα. Παρόλα τα τόσα πλεονεκτήµατα που είναι συγκεντρωµένα σε αυτό το φυτό, δεν γίνεται τρυγητός από ανοιξιάτικο ρείκι. Ένας από τους λόγους που δεν αξιοποιείται εµπορικά το ρεικίσιο µέλι είναι η εποχή άνθισης η οποία ξεκινά τον Φεβρουάριο από τα πρώιµα, ζεστά µέρη και κλιµακώνει την άνθισή του  µέχρι τον Μάιο στα οψιµότερα και µε µεγαλύτερο υψόµετρο µέρη. Η εποχή λοιπόν άνθισης, συµπίπτει µε την ανάπτυξη των µελισσιών ενώ σε πολλά µέρη ακολουθεί τις εκκρίσεις του ανοιξιάτικου πεύκου, µε τα µελίσσια να επιδίδονται στη συλλογή γύρης από τα ρείκια και τις λαδανιές και στην εκτροφή γόνου.    

Γλυκάνισος (Pimpinela anisum) 
Η προτίµηση στα κίτρινα λουλούδια του γλυκάνισου από τις µέλισσες είναι εµφανής. Η γύρη αλλά κυρίως το νέκταρ είναι που προσελκύουν χιλιάδες µέλισσες στις φυτείες γλυκάνισου και ο τρύγος εφόσον έχουµε δυνατά µελίσσια είναι πολύ πιθανός. Μάλιστα προς το τέλος της ανθοφορίας παρατηρείται µπλοκάρισµα του γόνου, το οποίο βέβαια έχει σαν αποτέλεσµα περισσότερα πλαίσια για τρύγο, αλλά και σύντοµα εξασθένιση του µελισσιού. Το γεγονός αυτό σε συνδυασµό µε τη φθορά που εµφανίζεται στις συλλέκτριες µετά από λίγες µέρες βοσκής  στο γλυκάνισο (χάνουν το τρίχωµά τους, ’λαδώνουν’, µαυρίζουν, σκίζονται τα φτερά τους ), αποτρέπει πολλούς µελισσοκόµους να επιδιώξουν τη µεταφορά των µελισσιών τους σε φυτείες γλυκάνισου. Εάν µάλιστα ο µελισσοκόµος θέλει να εκµεταλλευτεί τις µελιτοεκκρίσεις του πεύκου νωρίς τον Αύγουστο τότε καλά θα κάνει να αποφύγει το γλυκάνισο.       
 
Καστανιά (Castanea sativa) 
Η καστανιά εκτιµάται από τους µελισσοκόµους, ιδιαίτερα τους παραγωγούς πευκόµελου, ως ένα από τα 4-5 σπουδαιότερα µελισσοκοµικά φυτά. Αιτία το δυνάµωµα των µελισσιών  (η αξία της γύρης της καστανιάς φαίνεται από τι πόσο πονά το τσίµπηµα της µέλισσας που βόσκησε σ’αυτή) και η επιτυχία εν συνεχεία στο πεύκο. Την επιτυχηµένη βόσκηση των µελισσιών στην καστανιά µπορεί να την αντιληφθεί κανείς ανοίγοντας την πρώτη κυψέλη, η χαρακτηριστική µυρωδιά σκορπίζει στην ατµόσφαιρα. Το µέλι της καστανιάς είναι σκούρο κοκκινωπό περιέχει πολλούς γυρεοκκόκους, έχει πικρή γεύση και χαρακτηριστικό άρωµα. Για τα µελίσσια αποτελεί εξαιρετικής ποιότητας τροφή, αλλά δεν έχει µεγάλη εµπορική αξία.
  
Μουσµουλιά (Mespilus japonica) 
Καρποφόρο δέντρο που χρησιµοποιείται και ως καλλωπιστικό. Έχει µεγάλα λογχοειδή και δερµατώδη φύλλα γυαλιστερά στην πάνω επιφάνεια και χνουδωτά στην κάτω, ενώ οι βαθιές νευρώσεις δίνουν στην επιφάνεια του φύλλου ανάγλυφη εµφάνιση. Από τους πλέον πτωχούς µήνες του έτους είναι ο Νοέµβριος. ∆ύσκολα µπορεί να ξεχωρίσει κανείς ένα ,δύο µελισσοκοµικά φυτά αποκλειστικά αυτής της εποχής. Ίσως η µουσµουλιά που σηµατοδοτεί την έναρξη του µελισσοκοµικού χειµώνα να είναι τελικά το πιο αντιπροσωπευτικό φυτό αυτού του µήνα για τη χώρα µας.
Τα λουλούδια της µουσµουλιάς είναι πολύ ανθεκτικά στα καιρικά φαινόµενα, βροχή, αέρας, άλλωστε η εποχή άνθισης χαρακτηρίζεται από ευµετάβλητο καιρό, προσελκύουν πολλά είδη εντόµων, κυρίως όµως µέλισσες και βοµβίνους. Προσφέρουν νέκταρ και γύρη. Το χρώµα της γύρης στα πόδια της µέλισσας είναι ωχρό-κίτρινο. Η διάρκεια της ανθοφορίας κλιµακώνεται σε µεγάλο χρονικό διάστηµα, πέραν του µηνός, εξαιτίας της σταδιακής άνθισης και της µεγάλης διάρκειας ζωής των λουλουδιών. Αυτό φαίνεται αργότερα στο δέσιµο και την ωρίµανση των καρπών, όταν στον ίδιο βότρυ υπάρχουν καρποί σε διαφορετικά στάδια ωρίµανσης.
 Συνιστάται η επέκταση της καλλιέργειας του δένδρου αυτού µεµονωµένα ως καλλωπιστικό ή οργανωµένα σε µεγαλύτερες εκτάσεις. Σε µια τέτοια περίπτωση η µουσµουλιά θα αποκτήσει για την Ελληνική µελισσοκοµία ανάλογη σηµασία µ’αυτήν που έχει σ’άλλες χώρες όπως την Ισπανία όπου κάθε χρόνο  στη Β.Α. περιοχή τους συρρέουν χιλιάδες µελίσσια για την εκµετάλλευση αυτής της ανθοφορίας.  

Ηλίανθος (Helianthus annuus) 
Καλλιεργούµενο φυτό που η έκτασή του επηρεάζεται πολύ από τις τιµές των σπόρων του ή των ανταγωνίσιµων  καλλιεργειών. Η παραδοσιακή για τη χώρα µας περιοχή καλλιέργειάς του είναι ο Έβρος. Προσφέρει µέλι σε µεγάλες ποσότητες αδυνατίζουν όµως σηµαντικά τα µελισσοσµήνη. Ανθίζει Ιούνιο-Ιούλιο, το µέλι του είναι ανοιχτόχρωµο, έχουµε όµως µεγάλη φθορά των συλλεκτριών µελισσών, οι οποίες γρήγορα χάνουν το τρίχωµά τους και µαυρίζουν. Η φθορά των συλλεκτριών µελισσών είναι εντονότερη σε ξηρικές καλλιέργειες και για το λόγο αυτό θα πρέπει να αποφεύγονται από τους µελισσοκόµους.
Και στην περίπτωση που έχουµε αρκετές βροχές και υπάρχει περίσσεια υγρασίας, η παραµονή των µελισσιών στον ηλίανθο πρέπει να είναι πολύ σύντοµη. Μόλις είναι έτοιµα για τρύγο, τρυγούµε και µεταφέρουµε τα µελίσσια µας σε γυρεοφόρες ανθοφορίες. Πρέπει να σηµειωθεί ότι µετά τον ηλίανθο τα µελίσσια δεν ‘τραβούν’ στο πεύκο. Αυτό είναι άλλωστε αναµενόµενο αφού εκτός της φθοράς των  συλλεκτριών µελισσών, παρατηρείται και ‘µπλοκάρισµα του γόνου’ από τα µέλια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου