Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή, 26 Ιουλίου 2015

ΔΙΑΤΡΟΦΗ ΜΕΛΙΣΣΙΩΝ

  
∆ρ. Σοφία Γούναρη

Ερευνήτρια Γ’ Ινστιτούτο Κτηνιατρικών Ερευνών Αθηνών – ΕΘΙΑΓΕ
email: sgounari@nagref.gr  

Θρεπτικές απαιτήσεις

Οι µέλισσες απαιτούν για την επιβίωσή τους πρωτεΐνες ( αµινοξέα), υδατάνθρακες (ζάχαρα), λιπίδια (λιπαρά οξέα, στερόλες), βιταµίνες, ανόργανα άλατα (άλατα), και νερό. Αυτές οι θρεπτικές ουσίες πρέπει να βρίσκονται στην διατροφή σε καθορισµένη ποιοτική και ποσοτική αναλογία για τη βέλτιστη ανάπτυξη και ευζωϊα του πληθυσµού.

Πρωτεΐνες και αµινοξέα  

Οι ενήλικες µέλισσες, ηλικίας 1 έως 14 ηµερών, λαµβάνουν τις πρωτεΐνες από τη γύρη που οι συλλέκτριες συλλέγουν και φέρνουν στην κυψέλη. Ο γόνος, οι προνύµφες των µελισσών, λαµβάνουν τις απαραίτητες πρωτεΐνες κατά τις 3 πρώτες ηµέρες της ζωής τους, µέσω του βασιλικού πολτού, που παράγεται από τους υποφαρυγγικούς αδένες των νεαρών µελισσών και στη συνέχεια µέσω της τροφής, που επίσης φτιάχνουν οι νεαρής ηλικίας µέλισσες, «παραµάνες», ένα µίγµα γύρης, µελιού και δικών τους σιελογόνων εκκρίσεων.

Τέλος η βασίλισσα προσλαµβάνει τις απαραίτητες πρωτεΐνες από τον βασιλικό πολτό, που παράγουν οι «παραµάνες» µέλισσες και ο οποίος είναι η αποκλειστική της τροφή και κατά το στάδιο της προνύµφης αλλά και σ’ όλη της τη ζωή ως ενήλικη. Εάν υπολογίσουµε ότι για τη διατροφή µίας προνύµφης απαιτούνται 100 mgr γύρης, τότε απαιτείται 1 Kg γύρη για την εκτροφή περίπου 10.000 προνυµφών, δηλαδή 1 Kg ανά εβδοµάδα, εάν η βασίλισσα ωοτοκεί 1.500 ωά/ 24ωρο Æ 10.500 ωά/ 7 ηµέρες. Εάν λάβουµε υπ’ όψιν µας ότι σε µία µελισσοκοµική χρονιά εκτρέφονται από ένα µελίσσι περίπου 200.000 µέλισσες, καταλήγουµε στο συµπέρασµα ότι κάθε µελίσσι συλλέγει - µόνο για τις ανάγκες εκτροφής του γόνου και όχι για κατανάλωση από τις ακµαίες µέλισσες - 20 Kg γύρης.

Αντίστοιχα οι ακµαίες µέλισσες καταναλώνουν µεγάλα ποσά γύρης κατά τη διάρκεια των πρώτων 5-6 ηµερών, µετά την έξοδό τους από το κελί, ώστε να µπορέσουν να ολοκληρώσουν την ανάπτυξή τους. Αυτό αφορά κυρίως την ανάπτυξη των υποφαρυγγικών τους αδένων, οι οποίοι θα παράξουν τον βασιλικό πολτό. Εάν σε εκείνη τη χρονική στιγµή δεν υπάρχει επάρκεια γύρης οι υποφαρυγγικοί αδένες δεν θα αναπτυχθούν επαρκώς και η παραγόµενη ποσότητα βασιλικού πολτού δεν θα µπορέσει να καλύψει τις ανάγκες της βασίλισσας, αλλά και των εκτρεφόµενων προνυµφών. Έτσι η βασίλισσα υποσιτιζόµενη θα µειώνει την ωοτοκία της, ενώ οι εκτρεφόµενες προνύµφες θα εξελιχθούν σε «ασθενικές» και σύντοµης ζωής ακµαίες µέλισσες.

Όσον αφορά όµως στη γύρη, ως τροφή των µελισσών, σηµασία δεν έχει µόνο η επάρκεια (ποσότητα), αλλά και η ποιότητα. Και η ποιότητα της γύρης καθορίζεται από την περιεκτικότητά της σε πρωτεΐνη, αλλά και τις ποσότητες συγκεκριµένων αµινοξέων.  Η περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη των γύρεων ποικίλλει από 10% έως 36%. Η γύρη κάποιων φυτών περιέχει πρωτεϊ'νη ανεπαρκή σε ορισµένα αµινοξέα που είναι κρίσιµα για την σωστή ανάπτυξη των µελισσών. Όλα τα αµινοξέα που απαριθµούνται στον παρακάτω πίνακα, εκτός από τη θρεονίνη, είναι κρίσιµα για την κανονική ανάπτυξη των ενήλικων µελισσών.

Με εξαίρεση την ιστιδίνη και την αργινίνη, τα άλλα αµινοξέα δεν µπορούν να συντεθούν από τις µέλισσες και πρέπει να ληφθούν µέσω της κατανάλωσης γύρης.  
Η ανάγκη για πρωτεΐνη µειώνεται όταν οι ακµαίες µέλισσες σταµατούν να εκτρέφουν γόνο, να είναι παραµάνες (µεταξύ της 10ης και 14ης ηµέρας της ενήλικης ζωής τους). Στη συνέχεια, το κύριο στοιχείο της διατροφής τους γίνονται οι υδατάνθρακες.


 Αµινοξύ

Average % in pollen (crude protein, 26.3%)

Arginine (αργινίνη) 5.3
Histidine (ιστιδίνη) 2.5
Isoleucine (ισολευκίνη) 5.1
Leucine (λευκίνη) 7.1
Lysine (λυσίνη) 6.4
Methionine (µεθειονίνη) 1.9
 Phenyalalamine (φαινυλαναµίνη) 4.1
Threomine (θρεονίνη) 4.1
Trypotophane (θρυπτοφάνη) 1.4
Valine (βαλίνη) 5.8

Υδατάνθρακες

Το νέκταρ ή το µελίτωµα είναι η σηµαντικότερη πηγή υδατανθράκων στη φυσική διατροφή των µελισσών.  Μπορεί να περιέχει διαλυτά στερεά από 5 έως 75 τοις εκατό (σάκχαρα) αν και συνήθως η περιεκτικότητά τους κυµαίνεται µεταξύ 25% και 40%. Τα βασικά σάκχαρα που περιέχονται είναι σακχαρόζη, γλυκόζη, και φρουκτόζη. Άλλα σάκχαρα που περιέχονται στο νέκταρ ή το µελίτωµα είναι η µαλτόζη, τρεαλόζη, µελεσιτόζη, ενώ σάκχαρα τα οποία βρίσκονται σε µικρότερες συγκεντρώσεις είναι η µαλτόζη, ραµινόζη, ξυλόζη, γαλακτόζη, αραβινόζη και λακτόζη.

 Τα τελευταία η µέλισσα δεν µπορεί να τα χρησιµοποιήσει, ενώ σε συγκεκριµένες συγκεντρώσεις µπορεί να προκαλέσουν και δηλητηρίαση στις µέλισσες Οι υδατάνθρακες δίνουν την απαραίτητη ενέργεια στις µέλισσες για να πετάξουν, να συλλέξουν, να κρατήσουν σταθερή τη θερµοκρασία στη γονοφωλιά, να χτίσουν κ.α.  Ένα κανονικής ανάπτυξης µελίσσι υπολογίζεται ότι χρειάζεται για ένα έτος περίπου 130-220 κιλά νέκταρος ήτοι 32-55 κιλά µελιού  

Λιπίδια 

Οι πληροφορίες για τη ανάγκη για λιπίδια (λιπαρά οξέα, στερόλες, και φωσφολιπίδια) των µελισσών είναι αποσπασµατικές. Γενικά, τα λιπίδια χρησιµοποιούνται για τη παραγωγή ενέργειας και για τη λειτουργία των κυψελοειδών µεµβρανών των εντόµων. Κάτω από φυσιολογικές συνθήκες οι ανάγκες ενός µελισσιού σε λιπίδια καλύπτονται από την συλλεγόµενη γύρη.  Η περιεκτικότητα της γύρης σε λιπίδια παίζει σηµαντικότατο ρόλο στη ελκυστικότητά της για τις µέλισσες και µάλιστα τα κριτήρια δεν είναι ποσοτικά (συνολική περιεκτικότητα) αλλά ποιοτικά (συγκέντρωση συγκεκριµένων λιπαρών ενώσεων).Έτσι συγκεκριµένα λιπαρά οξέα, όπως το λινολεϊκό και ωλενικό οξύ, ενώ έχουν θετική επίδραση στην εκτροφή του γόνου, οδηγούν στη µείωσή του όταν η συγκέντρωσή τους υπερβεί µία συγκεκριµένη ποσότητα, 6% και 2% αντίστοιχα.

Γενικά έχει παρατηρηθεί ότι γύρης µ ε υψηλά ποσοστό σε λιπίδια είναι πιο ελκυστικές στις συλλέκτριες µέλισσες. Εκτός από τη διατροφική αξία της γύρης για τις ακµαίες µέλισσες, η συλλογή της αποτελεί προϋπόθεση για τις παραµάνες µέλισσες για την εκτροφή του γόνου, ενώ πιθανολογείται και η απολυµαντική της δράση στην κοινωνία. Έρευνες έχουν αποδείξεις την ανασταλτική δράση που έχουν συγκεκριµένα λιπαρά οξέα, που υπάρχουν στη γύρη, όπως το λινολεϊκό οξύ, στην ανάπτυξη των βακτηρίων Melissococcus pluton και  Paenibacillus larvae, υπεύθυνους παράγοντες για την Ευρωπαϊκή και Αµερικάνικη Σηψηγονία αντίστοιχα.

Βιταµίνες 

Πηγή βιταµινών για τις µέλισσες είναι κυρίως η γύρη αλλά και το µέλι. Φαίνεται ότι η επάρκεια σε βιταµίνες της τροφής δεν επηρεάζει τη διάρκεια ζωής των ενήλικων µελισσών αλλά είναι κρίσιµη για την εξέλιξη του γόνου. Ετσι οι µέλισσες που έχουν ιδιαίτερη ανάγκη σε βιταµίνες είναι οι παραµάνες µέλισσες, οι οποίες παράγουν το βασιλικό πολτό και τρέφουν και τη βασίλισσα και τις προνύµφες.
Τέσσερεις βιταµίνες του συµπλέγµατος Β, παντοθενικό, θειαµίνη, ριβαφλαβίνη και πυριδοξίνη, και οι βιταµίνες Α και Κ σχετίζονται άµεσα µ ε την ανάπτυξη των υποφαρυγγικών αδένων και την εκτροφή του γόνου. Επίσης το γιβεριλικό οξύ και η ινοσιτόλη επηρεάζει την εξέλιξη της αναπτυσσόµενης µέλισσας.
Υπάρχουν στοιχεία ότι η µέλισσα έχει τη δυνατότητα να παράγει κάποιες βιταµίνες, όπως το παντοθενικό οξύ, µέσω των µικροοργανισµών που διαβιούν στον εντερικό σωλήνα.  

Ιχνοστοιχεία 

Λίγα είναι γνωστά για τις ανάγκες των µελισσών σε ιχνοστοιχεία. Γενικά το κάλιο, ο φώσφορος και το µαγνήσιο, θεωρούνται απαραίτητα στοιχεία ζωής για τα έντοµα, ενώ υψηλά επίπεδα ασβεστίου, νατρίου και χλωριούχου νατρίου δείχνουν τοξική επίδραση στις µέλισσες. Πηγή ιχνοστοιχείων στη διατροφή της µέλισσας είναι η γύρη. Κάλιο, µαγνήσιο, µαγγάνιο, χαλκός, σίδηρος, ψευδάργυρος, νικέλιο, σελίνιο, είναι µερικά από τα ιχνοστοιχεία που έχουν βρεθεί στη γύρη. Συνήθως η γύρη αποφέρει 2-4% στάχτη ή 1-7% ιχνοστοιχεία.  Μέλισσες οι τροφοδοτήθηκαν µ ε τροφή που περιείχε διάφορες συγκεντρώσεις ιχνοστοιχείων έδειξαν καλύτερη εκτροφή γόνου όταν το επίπεδο των ιχνοστοιχείων ήταν 0,5-1%

 Νερό

 Το νερό συλλέγεται από τις µέλισσες και χρησιµοποιείται για τις δικές τους ανάγκες (επιβίωση), για την αραίωση του µελιού ή οποιασδήποτε τροφής τοποθετεί ο µελισσοκόµος στη κυψέλη, για την Παρασκευή της τροφής που δίνεται στις προνύµφες ηλικίας µεγαλύτερης των 3 ηµερών και για την διατήρηση της θερµοκρασίας της γονοφωλιάς.    
 Σε ένα µελίσσι η εισροή νέκταρος αποτελεί ερέθισµα, ικανή και αναγκαία συνθήκη, για την ωοτοκία της βασίλισσας, ενώ η συλλογή γύρης αποτελεί το αναγκαίο ερέθισµα για τις παραµάνες µέλισσες, για να εκθρέψουν αυτό τον γόνο.

Άρα είναι απαραίτητη η παρουσία και των δύο αυτών στοιχείων για την επιβίωση µιας κοινωνίας µελισσών.  Συνήθως η µέλισσα δεν αντιµετωπίζει πρόβληµα στο να συλλέξει τις απαραίτητες ποσότητες αυτών των στοιχείων. Στο πλαίσιο όµως της επαγγελµατικής µελισσοκοµίας, ή σε χρονιές µε κακές κλιµατολογικές συνθήκες, µπορεί να δηµιουργηθούν ανάγκες, που οι µέλισσες δεν µπορούν να καλύψουν. Στην περίπτωση αυτή ο µελισσοκόµος επεµβαίνει και τροφοδοτεί τα µελίσσια του.

Η τροφοδότηση των µελισσιών µπορεί να γίνει στις παρακάτω περιπτώσεις :

 I. όταν δεν υπάρχουν αρκετά αποθέµατα για το ξεχειµώνιασµα 
II. ή την συντήρησή του σε εποχές ξηρικές χωρίς ανθοφορίες, µε αποτέλεσµα να περιορίζεται η εκτροφή του γόνου
 III.ως διέγερση της ωοτοκίας της βασίλισσας και τη γρήγορη παραγωγή γόνου
 IV.όταν γίνεται βασιλοτροφία ή εισαγωγής νέας βασίλισσας
 V. όταν κάνουµε συνένωση µελισσιών ή τεχνητό αφεσµό 
VI.όταν το µελίσσι χάσει µεγάλο αριθµό συλλεκτριών µελισσών από εντοµοκτόνα ή άλλες αιτίες
VII.και παλαιότερα ως µέσο χηµειοθεραπείας για την αντιµετώπιση ασθενειών

Ι. - ΙΙ  Τροφοδότηση για την εξασφάλιση αποθεµάτων τροφών ή τη συντήρηση των µελισσιών 

Πότε εφαρµόζεται :
⇒ Εφαρµόζεται αργά το φθινόπωρο για να συµπληρωθούν τα αποθέµατα τροφών µε τα οποία το µελίσσι να βοηθηθεί στην πρώτη ανάπτυξή του.
 ⇒ Επίσης εφαρµόζεται κατά χρονιές τον Μάιο ή Αύγουστο, συνήθως σε περιοχές νησιωτικές για να βοηθήσει το µελίσσι να ανταπεξέλθει τον «νεκρό» Μάιο ή µετά τον τρύγο του θυµαριού και µέχρι την έναρξη των φθινοπωρινών ανθοφοριών 

Πώς εφαρµόζεται :
  Η τροφοδότηση για αποθέµατα αναφέρεται συνήθως σε πηγή υδατανθράκων, σακχάρων. Συνήθης πρακτική των µελισσοκόµων στο παρελθόν ήταν η τροφοδότηση των µελισσιών µ ε σιρόπι. Η πρακτική αυτή έχει σχεδόν εγκαταλειφθεί κι αυτό είναι καλό και κακό. Καλό γιατί το σιρόπι που δίνεται αργά το φθινόπωρο δηµιουργεί προβλήµατα στο καλό ξεχειµώνιασµα, δεν προλαβαίνει να συµπυκνωθεί αρκετά, δηµιουργεί υγρασία στη φωλιά, µπορεί να ξυνίσει και να προκαλέσει δυσεντερία στις µέλισσες. Μελίσσια που ξεχειµωνιάζουν αποκλειστικά µε σιρόπι, φτάνουν της άνοιξη κουρασµένα, ταλαιπωρηµένα και τις περισσότερες φορές µε υψηλούς πληθυσµούς σπορίων νοσεµίασης στο   έντερό τους.

 Είναι όµως «κακό» από την άλλη γιατί το σιρόπι αντικαταστάθηκε, στην εποχή της «ελάχιστης» προσπάθειας που ζούµε µε τις τροφές εµπορίου (βλ. παρακάτω). Στο παρόν άρθρο ως καλύτερη τροφή για το χειµώνα θεωρείται και συστήνεται το ζαχαροζύµαρο που παρασκευάζεται από τον ίδιο τον µελισσοκόµο.  Όπως επίσης ζαχαροζύµαρο συστήνεται και για την συντήρηση των µελισσιών σε περιόδους ξηρασίας και έλλειψης ανθοφοριών. Ιδιαίτερα σ’ αυτή την περίπτωση η χρησιµοποίηση σιροπιού ή τροφών του εµπορίου εύκολα µπορεί να οδηγήσει στην παραγωγή «νοθευµένου» µελιού, αφού αυτά αποθηκεύονται αµέσως από τις µέλισσες και στη συνέχεια ανακατεύονται µε το µέλι, που οι µέλισσες συλλέγουν.

Προετοιµασία ζαχαροζύµαρου :

 Το ζαχαροζύµαρο παρασκευάζεται µ ε µέλι και κρυσταλλική ζάχαρη, η οποία έχει αλεστεί και έχει µετατραπεί σε άχνη. Το µέλι θερµαίνεται και τοποθετείται λίγο - λίγο στην ζάχαρη άχνη, ενώ ταυτόχρονα το µίγµα ζυµώνεται. Συνήθως η αναλογία ζάχαρης και µελιού είναι 3:1 ή 4:1 ανάλογα από το εάν το µέλι είναι ανθόµελο ή µέλι µελιτώµατος και από το πόσο καλά θα θερµανθεί. Προστίθεται µέλι ή ζάχαρη ανάλογα, ώστε το τελικό προϊόν αφ΄ενός να µην κολλά στα δάχτυλα αφ’ ετέρου να είναι το δυνατό περισσότερο σκληρό.. 

Προφυλάξεις :
⇒ δεν χρησιµοποιείται ζάχαρη άχνη του εµπορίου, γιατί περιέχει υψηλό ποσοστό αµύλου, το οποίο είναι τοξικό για τις µέλισσες
⇒ το ζαχαροζύµαρο παρασκευάζεται µ ε µέλι και ζάχαρη άχνη. ∆εν συνίσταται η αντικατάσταση του µελιού µε γλυκόζη εµπορίου, η οποία περιέχει υψηλό ποσοστό δεξτρινών, οι οποίες είναι άπεπτες από τις µέλισσες
⇒ η προσθήκη νερού, κατά την παρασκευή του ζαχαροζύµαρου, θα οδηγήσει στην κρυστάλλωσή του, ιδιαίτερα κατά τους χειµερινούς µήνες, οπότε οι µέλισσες δεν θα µπορούν να το εκµεταλλευτούν.

Πλεονεκτήµατα : 
♦ ∆εν προκαλεί λεηλασία
♦ ∆εν αποθηκεύεται στα κελιά και χρησιµοποιείται από τις µέλισσες όποτε και όσο αυτές το έχουν ανάγκη. 
♦ ∆εν χαλά, ούτε αλλοιώνεται
♦ Περιέχει και µέλι, ώστε να είναι πιο θρεπτική τροφή από τη ζάχαρη

Μειονεκτήµατα :
 Θα µπορούσαµε να αναφέρουµε ως µειονεκτήµατα της χρήσης του ζαχαροζύµαρου τα παρακάτω:
 ◊ Η χρησιµοποίηση µελιού στο ζαχαροζύµαρο ενέχει τον κίνδυνο διάδοσης ασθενειών. 
◊ Η ποσότητα του µελιού που παράγεται σε µερικές περιοχές της Ελλάδας είναι µικρή και πουλιέται ακριβά. Έτσι οικονοµικά δεν συµφέρει να χρησιµοποιηθεί για την παρασκευή ζαχαροζύµαρου

Όµως όσον αφορά στο πρώτο θεωρούµε δεδοµένο ότι σπόρια των ασθενειών, όπως νοζεµίασης ή αµερικάνικης σηψηγονίας, υπάρχουν σε όλα τα µελίσσια. Η διαφορά ανάµεσα σε υγιή και άρρωστα µελίσσια είναι ότι τα πρώτα ήταν δυνατά, µε καλή βασίλισσα και δυνατό ανοσοποιητικό σύστηµα και έτσι δεν επέτρεψαν στα σπόρια αυτά να πολλαπλασιαστούν και να προκαλέσουν ασθένεια. Στο βαθµό που η χρήση του ζαχαροζύµαρου σε αντίθεση µ ε άλλα είδη τροφοδότησης, βοηθά τα µελίσσια να παραµένουν δυνατά, βοηθά επίσης ώστε να µ ην δηµιουργούνται οι συνθήκες πολλαπλασιασµού των παθογόνων.

Όσον αφορά στο δεύτερο, µάλλον δικαιολογία είναι παρά µειονέκτηµα. Κι αυτό γιατί εύκολα µελισσοκόµοι σε κάθε περιοχή της Ελλάδας, είτε µεµονωµένοι είτε καλύτερα µέσω των συνεταιρισµών τους, µπορούν να αγοράσουν µέλι σε φθηνή τιµή από άλλη περιοχή ή κάποιο µεγάλο συνεταιριστικό φορέα.  Τελευταία χρησιµοποιούνται από πολλούς µελισσοκόµους τροφές εµπορίου, για την τροφοδότηση των µελισσιών.

Στο παρόν σύγγραµµα δεν συνιστώνται, όπως αναφέρεται και παραπάνω, καθώς οι περισσότερες περιέχουν γλυκόζη ή κάποιο προϊόν της κατεργασίας της γλυκόζης, η οποία προέρχεται από την τεχνητή διάσπαση του αµύλου. Το άµυλο προέρχεται από καλαµπόκι και ως γνωστό των 90% των καλαµποκιών που καλλιεργούνται είναι µεταλλαγµένα. Επίσης επειδή ακριβώς προέρχεται από το άµυλο του καλαµποκιού περιέχει υψηλό ποσοστό δεξτρινών  και ίσως άλλων τοξικών για τη µέλισσα ουσιών. Επίσης οι τροφές αυτές θεωρούνται ιδιαίτερα «φτωχές» για τις µέλισσες.

 Όχι µόνο δεν προσφέρουν παρά µόνο γλυκόζη, αλλά και «φτωχαίνουν» τον οργανισµό των µελισσών, αφού για να χρησιµοποιηθούν απαιτούν ιχνοστοιχεία, που οι µέλισσες πρέπει να προσθέσουν, σε αντίθεση µε το µέλι που τα περιέχει. Τέλος ένα ακόµη σηµαντικό µειονέκτηµα αυτών των τροφών είναι ότι αποθηκεύονται, σε αντίθεση µ ε το ζαχαροζύµαρο. Έτσι όταν η τροφοδότηση γίνεται για τη συντήρηση του µελισσιού σε περιόδους έλλειψης ανθοφορίας και αυτό αποθηκευτεί στα κελιά, αργότερα όταν οι µέλισσες συλλέξουν µ έλι, αυτό το µ έλι θα νοθευτεί από την αποθηκευµένη τροφή.

ΙΙΙ.  Τροφοδοσία µ ε στόχο τη διέγερση της ωοτοκίας της βασίλισσας κι τη γρήγορη ανάπτυξη του µελισσιού.

Πως λειτουργεί:
∆ηµιουργεί το «ψεύτικο» ερέθισµα στις µέλισσες ότι «έξω» υπάρχει νεκταροέκκριση. Ετσι οι συλλέκτριες βγαίνουν από τη κυψέλη ψάχνοντας για την τροφή. Μ’ αυτόν τον τρόπο αναγκάζουµε τις µέλισσες να δουλέψουν έστω και σε περιορισµένες ανθοφορίες, αλλά κυρίως δραστηριοποιούµε όλο το σµήνος µ ε αποτέλεσµα η βασίλισσα να εντατικοποιεί τη γέννα της, µε την προσµονή της τροφής.

Πότε εφαρµόζεται :
 ♦ για τη διατήρηση του πληθυσµού των µελισσιών σε υψηλά επίπεδα. Εφαρµόζεται όταν διαπιστωθεί ότι έχει σταµατήσει η νεκταροέκκριση, γεγονός που οδηγεί στη µείωση της ωοτοκίας της βασίλισσας και στον περιορισµού του γόνου του µελισσιού.
 ♦ για την αύξηση του πληθυσµού των µελισσιών, µε σκοπό την εκµετάλλευση µιας κύριας ανθοφορίας. Εφαρµόζεται 40 περίπου ηµέρες πριν από τη ανθοφορία.
 ♦ για την ανανέωση του πληθυσµού των εργατριών µελισσών το φθινόπωρο, εποχή που φυσιολογικά µειώνεται η ωοτοκία της βασίλισσας. Εφαρµόζεται µετά τον τελευταίο τρύγο.

Πώς εφαρµόζεται:
 Τα µελίσσια τροφοδοτούνται καθηµερινά µε 1/4 του λίτρου σιρόπι (1:1) για 10 περίπου συνεχείς ηµέρες. Μεγαλύτερη ποσότητα σιροπιού ελάχιστα προσφέρει στη δηµιουργία του ερεθίσµατος για εκτροφή του γόνου, σε µερικές µάλιστα περιπτώσεις, συµβάλλει αρνητικά, καθώς οι µέλισσες αποθηκεύουν την τροφή,  ‘µπλοκάροντας’ τον διαθέσιµο χώρο για την ωοτοκία της βασίλισσας.
 Ο πιο κατάλληλος τρόπος για να δοθεί το σιρόπι στο µελίσσι και να καταναλωθεί αµέσως, είναι η πλαστική σακούλα.
 Η σακούλα τοποθετείται επάνω στους κηρηθροφορείς, αφού ανοιχθούν σ’ αυτή µερικές τρύπες µε καρφίτσα, ώστε οι µέλισσες να παίρνουν σιγά-σιγά την τροφή. Το σιρόπι µπορεί να αντικατασταθεί µε ζαχαροζύµαρο, όχι όµως µε την ίδια επιτυχία.

Απαραίτητες προϋποθέσεις για τη επιτυχία της διεγερτικής τροφοδοσίας είναι:
 ◊ Η παρουσία γύρης ή υποκαταστάτου γύρης. Χωρίς τη γύρη η βασίλισσα ωοτοκεί, αλλά οι µέλισσες δεν εκτρέφουν τον γόνο
◊ Η παρουσία καλοχτισµένων κηρηθρών µε άδεια και καθαρά κελιά κοντά στη γονοφωλιά.
◊ Μικρής ηλικίας και καλής ποιότητας βασίλισσα.
◊ ∆υνατά µελίσσια. Μολονότι τα µικρά µελίσσια συγκριτικά µε τα µεγάλα εκτρέφουν γόνο για µεγαλύτερο χρονικό διάστηµα, εντούτοις τα πρώτα έχουν περιορισµένες δυνατότητες. Όσο ευνοϊκοί και αν είναι οι παράγοντες της διεγερτικής τροφοδοσίας, τα µικρά µελίσσια δεν καταφέρνουν να δηµιουργήσουν µεγάλους πληθυσµούς. Γι' αυτό είναι προτιµότερο πρώτα να συνενώνονται µ' άλλα και µετά να τροφοδοτούνται διεγερτικά.

Πρόσφατες πληροφορίες σχετικά µε τη διεγερτική τροφοδότηση : 
⇒ η ωοτοκία της βασίλισσας δεν διεγείρεται όταν το µελίσσι τροφοδοτείται µε 2-3 κιλά σιρόπι την ηµέρα
⇒ το πυκνό σιρόπι (65%) διεγείρει περισσότερο την ωοτοκία της βασίλισσας, σε σύγκριση µε το αραιό σιρόπι (30%)
⇒ η εντατική εκτροφή γόνου µειώνει τη διάρκεια ζωής των εργατριών µελισσών, µε αποτέλεσµα να τις καθιστά λιγότερο παραγωγικές
⇒ η χρονική διάρκεια εφαρµογής της διεγερτικής τροφοδότησης δεν είναι ευθέως ανάλογη µε τον αριθµό των µελισσών που θα ολοκληρώσουν της εξέλιξή τους, στο συγκεκριµένο χρονικό διάστηµα. Κι αυτό γιατί κάθε συγκεκριµένο µελίσσι µπορεί να εκθρέψει συγκεκριµένο αριθµό προνυµφών, αριθµός των οποίων δεν µπορεί να ξεπεραστεί.
⇒ Το χρονικό διάστηµα της εφαρµογής της διεγερτικής τροφοδοσίας δεν πρέπει να ξεπερνά τις 10 συνεχείς ηµέρες. Αφ΄ενός γιατί είναι κουραστικό και χρονοβόρο, αφ’ ετέρου γιατί οι µέλισσες παύουν να αντιδρούν θετικά στο «ψεύτικο» ερέθισµα που τους δηµιουργούµε

Πλεονεκτήµατα : 
Η σωστή εφαρµογή της διεγερτικής τροφοδοσίας εξασφαλίζει στα µελίσσια περισσότερο γόνο και µεγαλύτερους πληθυσµούς. 

Μειονεκτήµατα :
  Είναι κοπιαστική εργασία, ιδιαίτερα όταν εφαρµόζεται σε µεγάλο αριθµό µελισσιών. Όµως εδώ µπορεί να λειτουργήσει η περίπτωση της «αποθήκης». Ο µελισσοκόµος δηλαδή να κάνει διεγερτική τροφοδοσία σε ένα αριθµό µελισσιών και στη συνέχεια να ενισχύσει και τα υπόλοιπα µελίσσια µε πλαίσια µε εκκολαπτόµενο γόνο. Αυτές οι νέες µέλισσες να αλλάξουν την αναλογία πληθυσµού/γόνο στα συγκεκριµένα µελίσσια δίνοντας έτσι τη δυνατότητα στις βασίλισσές τους να αυξήσουν τον ρυθµό ωοτοκίας.

Προφυλάξεις : 
⇒  Η διεγερτική τροφοδοσία δεν πρέπει να γίνεται µε ακατάλληλο καιρό, γιατί οι µέλισσες δραστηριοποιούνται, πετούν για να συλλέξουν τροφές και χάνονται. ⇒
 Όταν οι θερµοκρασίες που επικρατούν είναι χαµηλές η διεγερτική τροφοδοσία πρέπει να αποφεύγεται, γιατί έτσι επεκτείνεται ο γόνος και οι µέλισσες αδυνατούν να διατηρήσουν την απαραίτητη για την επιβίωση του θερµοκρασία στη γονοφωλιά (34°-35° C ). Εκτός φυσικά από τη περίπτωση που ο µελισσοκόµος θέλει να εκµεταλλευτεί µία πρώιµη ανθοφορία, οπότε το κάνει γνωρίζοντας τον κίνδυνο και ελέγχοντας τα αποθέµατα τροφών των συγκεκριµένων µελισσιών

IV. όταν γίνεται βασιλοτροφία ή εισαγωγή νέας βασίλισσας.

 Στις παραπάνω περιπτώσεις η τροφοδότηση των µελισσών δεν θεωρείται απαραίτητη. Βοηθά όµως ώστε η επιτυχία των χειρισµών αυτών να είναι µεγαλύτερη. Το µέσο τροφοδότησης που χρησιµοποιείται είναι το σιρόπι, σε αναλογία 1:1.  Χρειάζεται προσοχή κι σ’ αυτή την περίπτωση ώστε η ποσότητα του σιροπιού να είναι τόση σε ποσότητα (300-400 ml) ώστε να προκαλέσει στις µέλισσες το ερέθισµα ότι υπάρχει νεκταροέκκριση.
Οι µέλισσες όταν δέχονται µεγάλη ποσότητα σιροπιού, τότε το αποθηκεύουν ως απόθεµα, ενώ αδρανούν όσον αφορά στις εργασίες που θέλουµε να κάνουν, π.χ. εκτροφή βασιλικών κελιών. Γενικά πρέπει να έχουµε υπ’ όψιν µας ότι κατά την παραγωγή βασιλισσών ή βασιλικού πολτού, χρειάζεται µία «ήπια» ανφοθορία που να δίνει νέκταρ και γύρη. Εάν αυτή δεν υπάρχει τότε πρέπει ο µελισσοκόµος να δηµιουργήσεις στις µέλισσες την ψευδαίσθηση ότι υπάρχει, µε µικρή ποσότητα σιροπιού και γύρης.

V.  όταν κάνουµε συνένωση µελισσιών ή τεχνητό αφεσµό. 

Επίσης στις παραπάνω περιπτώσεις χρησιµοποιείται συνήθως σιρόπι. Ιδιαίτερα στη συνένωση, µία τροφοδότηση µ ε µικρή επίσης ποσότητα σιροπιού θα βοηθήσεις τις µέλισσες ώστε χωρίς επιθετικότητα να ανταλλάξουν τις «µυρωδιές» τους.  Στη δεύτερη περίπτωση καθώς οι µέλισσες του τεχνητού αφεσµού ή παραφυάδας είναι στην πλειοψηφία τους µικρής ηλικίας, η τροφοδότηση είναι ζωτικής σηµασίας. Επειδή όµως εδώ αντιµετωπίζουµε και το πρόβληµα της ενδεχόµενης λεηλασίας των µικρών σε δυναµικότητα µελισσιών, συνίσταται η χρήση ζαχαροζύµαρου, φτιαγµένο φυσικά από τον µελισσοκόµο, όπως περιγράφεται παραπάνω. Το ζαχαροζύµαρο σ’ αυτή την περίπτωση έχει τα εξής πλεονεκτήµατα:
♦ ∆εν µυρίζει έντονα, οπότε δεν προκαλεί λεηλασία
♦ ∆ιαρκεί περισσότερο, οπότε δεν χρειάζεται αυτά τα µελίσσια να ενοχλούνται συχνά
♦ Είναι πιο θρεπτική τροφή για της µικρής ηλικίας µέλισσες που καλούνται να παράξουν βασιλικό πολτό για να ταΐσουν την καινούργια βασίλισσα

VI. όταν το µελίσσι χάσει µεγάλο αριθµό συλλεκτριών µελισσών από εντοµοκτόνα ή άλλες αιτίες

Και σ’ αυτή την περίπτωση πρέπει να έχουµε υπ’ όψιν µας ότι η πλειοψηφία των µελισσών που έχει αποµείνει είναι µικρής ηλικίας, οικιακές. Γι’ αυτό καλύτερο µέσο τροφοδότησης, για τους ίδιους όπως παραπάνω αναφέρονται λόγους, είναι το ζαχαροζύµαρο.

Τροφοδότηση µε γύρη

Στην αρχή του κεφαλαίου αναφέρονται τα θρεπτικά συστατικά τα οποία είναι απαραίτητα για την ευζωϊα της µέλισσας και κατ’ επέκταση του µελισσιού. Εάν εξαιρέσουµε τους υδατάνθρακες (σάκχαρα), πηγή για όλα τα υπόλοιπα, σχεδόν αποκλειστικά είναι η γύρη. Είναι εύκολο λοιπόν να αντιληφθεί κάποιος την σπουδαιότητα της επάρκειας αλλά και της ποιότητας της γύρης που πρέπει ένα µελίσσι να έχει στη διάθεσή του.  Είναι επίσης σηµαντικό να αντιληφθούν οι µελισσοκόµοι ότι πλέον η ικανοποίηση των αναγκών των µελισσών σε γύρη δεν είναι δεδοµένη.  
Ακολουθώντας τις κλιµατικές αλλαγές τα φυτά περιορίζουν συνήθως τη διάρκεια της ανθοφορίας τους όπως και την ποσότητα της παραγόµενης γύρης. Πέρα από τον χρόνο η παρατεταµένη ξηρασία και  υποσιτισµός των φυτών επηρεάζει και τη θρεπτική αξία της παραγόµενης γύρης. Έτσι φυτά τα οποία παρήγαγαν γύρη υψηλής θρεπτικής αξίας για τις µέλισσες, πχ ο ευκάλυπτος, µπορεί σε χρονιές ξηρικές η γύρη αφ’ ενός να µην µπορεί να καλύψει τις ανάγκες των µελισσών, αφ’ ετέρου να γίνει και τοξική για τον γόνο ή και τις ενήλικες µέλισσες. Εάν προσπαθήσουµε να παρακολουθήσουµε τώρα την επίδραση που έχει για ένα µελίσσι η συλλογή «φτωχής» γύρης, θα δούµε ότι ακολουθεί τη λογική του «ντόµινο»:

Συλλογή «φτωχής» σε θρεπτική αξία γύρης ευκαλύπτου τον Ιούνιο

Ενήλικες µέλισσες µικρής ηλικίας – παραµάνες υποσιτισµένες
 Μειωµένη ανάπτυξη και λειτουργία υποφαρυγγικών αδένων
 Μειωµένη ανάπτυξη και λειτουργία υποφαρυγγικών αδένων                 
 Ελλιπής τροφοδότηση της βασίλισσας µε βασιλικό πολτό
Ελλιπής τροφοδότηση των νεαρών προνυµφών  Μείωση ωοτοκίας
 Περιορισµένη βιωσιµότητα προνυµφών
 Εκκόλαψη νεαρών µελισσών ευπαθών σε προσβολής παθογόνων και µε µικρή διάρκεια ζωής   Εκκόλαψη νεαρών µελισσών ευπαθών σε προσβολές παθογόνων και µε µικρή διάρκεια ζωής            
Μείωση της δυναµικότητα του µελισσιών, αδυναµία εκµετάλλευσης φθινοπωρινών ανθοφοριών ή µελιτοφοριών

Γίνεται εµφανές λοιπόν ότι η έλλειψη γύρης δεν επηρεάζει µόνο τη γενιά µελισσών όπου προκύπτει αλλά και τις µελλοντικές γενιές, ενώ καθιστά το µελίσσι ευαίσθητο στην ανάπτυξη όλων των γνωστών παθογόνων, όπως της νοσεµίασης ή της αµερικάνικης σηψηγονίας. Οι µελισσοκόµοι εποµένως πρέπει να προσθέσουν στους συνήθεις µελισσοκοµικούς χειρισµούς αφ’ ενός τη συλλογή γύρης, αφ’ ετέρου την τροφοδότηση των µελισσιών µε γύρη.

Η συλλογή γύρης γίνεται όπως είναι γνωστό µε τις γυρεοπαγίδες. Η γύρη αυτή κατ’ αρχήν καθαρίζεται από σκουπίδια και ξένα σώµατα και στη συνέχεια ξηραίνεται. Η ξήρανση µπορεί να γίνει ή µε ρεύµα αέρα θερµοκρασίας όχι µεγαλύτερης των 40°C ή παθητικά σε σκιαζόµενο καθαρό µέρος. Η ξερή γύρη θα διατηρηθεί σε βάζα ή σακουλάκια στο ψυγείο, µέχρι τη χρησιµοποίησή της. 
Επίσης γύρη µπορεί να συλλεχθεί και σε πλαίσια. Μάλιστα η παρουσία πολλών πλαισίων γεµάτων µε γύρη στα µελίσσια την άνοιξη, αποτελεί ένδειξη κακής διαχείρισης του µελισσοκόµου. Γιατί:

Το µελίσσι έχει την τάση να συλλέγει µεγάλες ποσότητες γύρης στο µέρος εκείνο της φωλιάς που δεν γίνεται αντιληπτή η παρουσία (µυρωδιά) της βασίλισσας. Εάν ο µελισσοκόµος νωρίς της άνοιξη τοποθετήσει πρώιµα 2ο πάτωµα σε µελίσσι, τότε αυτό θα εγκαταλείψει τη γονοφωλιά και θα εγκατασταθεί εκεί.
 Τα άδεια τότε πλαίσια της γονοφωλιάς θα γεµίσουν µε γύρη. Αυτή η γύρη εάν µείνει στο µελίσσι θα «χαλάσει» µακριά από τον γόνο και οι µέλισσες θα την καλύψουν µ ε µέλι. Γι’ αυτό και την βλέπουµε να γυαλίζει, σε αντίθεση µ ε την νωπή γύρη που έχει µατ εµφάνιση.  Αυτό το λάθος του ενός µελισσοκόµου µπορεί ένα άλλος να το κάνει εσκεµµένα, όπως παρουσιάζεται στο παραπάνω σχέδιο ( Α κι Β περίπτωση).
Φαίνεται δηλαδή πως ο µελισσοκόµος κάνει ουσιαστικά το ίδιο εγκλωβίζοντας τη βασίλισσα σ΄ένα πάτωµα µε βασιλικό διάφραγµα.  Τα πλαίσια αυτά δεν πρέπει να µείνουν στα µελίσσια. Ο µελισσοκόµος µπορεί να τα συντηρήσει σε κοινή ψύξη (7°C ), έως να τα χρειαστεί ή µπορεί να τα µοιράσει σε άλλα µελίσσια ή παραφυάδες, που τα χρειάζονται.

♦ Γυρεόπιττα.
 Στην περίπτωση που η γύρη αναµιγνύεται µε ζάχαρη ή µε µέλι, σχηµατίζεται είδος ‘πίττας’, το οποίο τοποθετείται επάνω στους κηρηθροφορείς, σε επαφή µ ε τη γονοφωλιά. Υπάρχουν δύο τρόποι παρασκευής γυρεόπιττας :

⇒ 1ος τρόπος
6 κιλά γύρης αναµιγνύονται σε 1,3 λίτρα χλιαρού νερού (περίπου 40° C) για 15-30 λεπτά µ ε 6 κιλά ζάχαρη . Η γυρεόπιττα που σχηµατίζεται µε τον τρόπο αυτό δε ξηραίνεται και δε µουχλιάζει, έστω και αν παραµείνει για κάποιο χρονικό διάστηµα.  Η προσθήκη στο µ ίγµα 50-100 γραµ. κυτταρίνης κάνει περισσότερο συµπαγή τη γυρεόπιττα, µπορεί να χρησιµοποιηθεί άφοβα, καθώς αποτελεί ένα από τα συστατικά της γύρης, αλλά δεν βελτιώνει τη θρεπτική της αξία.
  
⇒ 2ος τρόπος 
6 κιλά γύρης και 6 κιλά ζάχαρης αναµιγνύονται σε 0,5 λιτρα νερού για 30-60 λεπτά. Σε κάθε µελίσσι δίνονται 300 γραµ. γυρεόπιττας δύο φορές την εβδοµάδα.

♦ Υποκατάστατο γύρης.
 Απαραίτητα συστατικά για το υποκατάστατο είναι η γύρη, η ζάχαρη, µία συµπληρωµατική πρωτεϊνούχος τροφή, όπως το σογιάλευρο, και το νερό. Υποβοηθητικά συστατικά µπορεί να είναι το αποβουτυρωµένο γάλα, η ξηρή µαγιά µπύρας, η κυτταρίνη, το µέλι κ.α.
 Η γύρη είναι απαραίτητο στοιχείο του υποκατάστατου, καθώς αυτή θα δηµιουργήσει το ερέθισµα στις παραµάνες µέλισσες να εκθρέψουν τον γόνο. Για το σκοπό αυτό θα πρέπει να περιέχεται στο υποκατάστατο σε ποσοστό 8-10 %.
Η ζάχαρη θα καταστήσει το υποκατάστατο ελκυστικό στις µέλισσες, αυξάνοντας την κατανάλωσή του. Έτσι όσο περισσότερη ζάχαρη περιέχει ένα υποκατάστατο, τόσο πιο γρήγορα θα καταναλωθεί από τις µέλισσες.

Το σογιάλευρο θα συµπληρώσει το υποκατάστατο σε πρωτείνες, µε την προϋπόθεση ότι δεν θα περιέχει λίπος σε ποσοστό µεγαλύτερο του 7%.  Όταν η ποσότητα της πρωτεΐνης στο υποκατάστατο είναι µικρή (<10%), η  ωοτοκία της βασίλισσας και η εκτροφή του γόνου διαρκεί περιορισµένο χρόνο. Αντίθετα όταν το ποσοστό της πρωτεΐνης είναι υψηλό (>50%), γίνεται τοξική για τις µέλισσες, καθώς συγκεντρώνεται στο απευθυσµένο προκαλώντας δυσεντερία.  Η άριστη περιεκτικότητα πρωτεΐνης του υποκατάστατου έχει υπολογιστεί στο 23% . Επειδή όµως τα σογιάλευρα που διατίθενται στ εµπόριο έχουν διάφορες περιεκτικότητες σε πρωτείνη, χρησιµοποιείται ο παρακάτω τύπος για να υπολογιστεί η ποσότητα του σογιάλευρου, που θα πρέπει να χρησιµοποιηθεί στο υποκατάστατο :
                             
  Χ = Π x B            
             Τ
όπου  
∗ Χ, η ποσότητα σε γραµµ. του σογιάλευρου, που µπορεί να χρησιµοποιηθεί για να φτάσει η περιεκτικότητα του υποκατάστατου σε πρωτείνη στ 23%
∗ Π, η επιθυµητή περιεκτικότητα σε πρωτείνη, 23%
∗ Β, η συνολική ποσότητα, σε γραµ. του υποκατάστατου 
∗ Τ, η % περιεκτικότητα σε πρωτείνη του σογιάλευρου που χρησιµοποιείται 

Παράδειγµα : 
έστω ότι χρειαζόµαστε 10 κιλά υποκατάστατο µ ε περιεκτικότητα σε πρωτείνη 23%, ενώ έχουµε στη διάθεσή µας σογιάλευρο µε περιεκτικότητα σε πρωτείνη 40%.
  
Χ = (23) x 10.000 γραµ.  = 5.750 γραµ. σογιάλευρου                                      
                     (40)

Θα πρέπει λοιπόν να αναµείξουµε 5.750 γραµ. σογιάλευρο,  1000γραµ. γύρης (10% επί του συνολικού βάρους) και  3.250 γραµ. ζάχαρης (το υπόλοιπο)

 Παρασκευή του υποκατάστατου :  Η παρασκευή του υποκατάστατου γίνεται πάνω σε χαµηλή φωτιά. Στη αρχή προσθέτουµε λίγο νερό, ποσότητα ικανή να διαλύσει τη γύρη,
την οποία προσθέτουµε στο νερό, µόλις αυτό ζεσταθεί, ανακατώνοντας συνεχώς. Όταν η γύρη διαλυθεί προσθέτουµε τη ζάχαρη, χωρίς να σταµατούµε να ανακατώνουµε.
Τελευταίο προσθέτουµε το σογιάλευρο, το οποίο αφού ανακατευτεί καλά, αποµακρύνουµε το µίγµα από τη φωτιά. Το αφήνουµε να κρυώσει και το τοποθετούµε σε πλαστικές σακκούλες ή λαδόκολλα ανά 150-250 γραµ.

Προφυλάξεις :
   Καµιά τροφή δεν µπορεί να υποκαταστήσει πλήρως τη γύρη στη διατροφή των µελισσών. Η χρησιµοποίηση του υποκατάστατου είναι συµβατικό µέτρο, που βοηθά το µελισσοκόµο να αντιµετωπίσει προσωρινά την απουσία της.  
♦ εάν το υποκατάστατο δίνεται στα µελίσσια σε εποχή που φυσιολογικά έχει σταµατήσει η ωοτοκία της βασίλισσας, θα προκαλέσει διέγερση στις µέλισσες, ώστε αυτές να συνεχίσουν να εκτρέφουν γόνο και να συλλέγουν τροφές. Εάν δεν υπάρχουν στην φύση διαθέσιµες τροφές, οι µέλισσες γίνονται αρχικά λεηλάτριες και αργότερα παύουν να αντιδρούν στους διάφορους ερεθισµούς του µελισσιού.
♦  Οι µέλισσες πετούν σε άσχηµο καιρό και χάνονται. Γι’ αυτό και το υποκατάστατο γύρης δεν πρέπει να δίνεται για χρονικό διάστηµα µεγαλύτερο των 2 εβδοµάδων.
♦ Η τροφή πρέπει να τοποθετείται πάνω στους κηρηθροφορείς σε επαφή µε τη γονοφωλιά, γιατί όταν βρίσκεται µακριά από τον γόνο, οι µέλισσες δεν τη χρησιµοποιούν.
 ♦ Μελίσσια ορφανά ή µελίσσια που στερούνται γόνου δεν παίρνουν πρόθυµα το υποκατάστατο. Στα µελίσσια αυτά πρώτα τοποθετείται ένα ή περισσότερα πλαίσια ανοικτού γόνου και µετά δίνεται η πρωτεϊνική τροφή.

Πλεονεκτήµατα :
  ♦ Το υποκατάστατο γύρης εξασφαλίζει στις µέλισσες τις απαραίτητες πρωτεΐνες και τις διεγείρει ώστε να εκθρέψουν γόνο. 
♦ Το κόστος είναι χαµηλότερο συγκριτικά µ ε τροφές που περιέχουν αποκλειστικά γύρη.


Εξασφάλιση  νερού  στις  µέλισσες 

 Η εξασφάλιση νερού στις µέλισσες αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για µια επιτυχηµένη ανάπτυξη του µελισσιού και µία καλή παραγωγή. Η ωοτοκία της βασίλισσας και η επέκταση της γονοφωλιάς επηρεάζεται άµεσα από την επάρκεια νερού στην κυψέλη. Οι µέλισσες µπορούν για ένα διάστηµα να εκθρέψουν γόνο χωρίς να έχουν στη διάθεσή του γύρη, µετακινώντας πρωτείνες από άλλα σηµεία του σώµατός τους προς τους αδένες παραγωγής βασιλικού πολτού, δεν µπορούν όµως να εκθρέψουν γόνο χωρίς νερό.

Το νερό είναι απαραίτητο στις µέλισσες για : 
♦ τη ρύθµιση της θερµοκρασίας της φωλιάς
♦ την αραίωση του µελιού ή του πυκνού σιροπιού, που τους δίνεται ως τροφοδότηση, ώστε να παρασκευάσουν το µίγµα µε το οποίο ταίζουν τον γόνο
♦ να διαλύσουν την κρυσταλλική ζάχαρη ή το ζαχαρωµένο µέλι
♦ να διατηρήσουν τη σχετική υγρασία µέσα στ κελί στα επιθυµητά επίπεδα, ώστε να µπορέσει το ωό που ωοτοκεί η βασίλισσα να εκκολαφθεί και να µην αποξηρανθεί  
♦ να επιβιώσουν ως οργανισµοί, καθώς όπως και στον άνθρωπο το 60% του όγκου του σώµατός τους αποτελείται από νερό.

Συµπεριφορά των µελισσών κατά τη συλλογή νερού :
  Σε κάθε µελίσσι υπάρχει µία εξειδικευµένη οµάδα µελισσών, που ασχολείται αποκλειστικά µε τη συλλογή και µεταφορά νερού στην κυψέλη. Οι µέλισσες αυτές το 70% του νερού που συλλέγουν και µεταφέρουν στον πρόλοβό τους, σε οικιακές µέλισσες, οι οποίες µε τη σειρά τους παίζουν τον ρόλο των αποθηκών νερού.
Το υπόλοιπο νερό (30%) περνά στ κυρίως στοµάχι της ‘νεροκουβαλήτρας’ µέλισσας. Ένα µικρό µέρος χρησιµοποιείται και το υπόλοιπο αποβάλλεται µ ε τα περιττώµατα.  Όταν οι εργάτριες µέλισσες έχουν ανάγκη για νερό µπορούν να πετάξουν ακόµα και σε χαµηλότερες θερµοκρασίες, από εκείνες στις οποίες πετάνε για να συλλέξουν νέκταρ.
 Ιδιαίτερα κατά τους µήνες Μάρτιο - Μάιο, οπότε και αυξάνεται µε ταχείς ρυθµούς η γονοφωλιά και οι ανάγκες για νερό είναι µεγάλες, µπορούν να πετάξουν και σε θερµοκρασία 7°-10° C .  Οι µέλισσες συλλέγουν νερό θερµοκρασίας 18°-32° C , ενώ αγνοούν νερό θερµοκρασίας µεγαλύτερης των 36° C . Επίσης προτιµούν νερό µε αλάτι, όταν όµως η περιεκτικότητα του αλατιού στο νερό ξεπεράσει το 1%, τότε οι µέλισσες δεν το συλλέγουν.

Οι ανάγκες ενός µελισσιού σε νερό :
 Οι µέλισσες ενός µελισσιού συλλέγουν περίπου 0,5 του λίτρου νερό ανά ηµέρα. Σε ζεστές ηµέρες  η ποσότητα αυτή µπορεί να φτάσει τα 2 λίτρα, ενώ έχει υπολογιστεί ότι όταν επικρατεί καύσωνας ένα µελίσσι µπορεί να συλλέξει έως και 5 λίτρα νερού την ηµέρα.  Μία συλλέκτρια νερού κάνει 56 περίπου ταξίδια ανά ηµέρα, τα οποία µπορούν να γίνουν και 100, σε ηµέρες εντατικής συλλογής νερού. Το κάθε ταξίδι διαρκεί περίπου 3-10 λεπτά και το κάθε φορτίο αρκεί για 20 περίπου προνύµφες

Ποτίστρες νερού :
Το νερό µπορεί να δοθεί στις µέλισσες είτε απ’ ευθείας, µε τροφοδότες µέσα στην κυψέλη, είτε µε εξωτερικούς τροφοδότες.

Α. Εσωτερικοί τροφοδότες νερού : 
Η τοποθέτηση νερού µέσα στην κυψέλη βοηθά ιδιαίτερα κατά τις πολύ ζεστές ηµέρες, ώστε να µην µειωθεί ο ρυθµός ωοτοκίας της βασίλισσα, να διατηρηθεί ο πληθυσµός του µελισσιού και να αυξηθούν οι αποδόσεις του. Ιδιαίτερα απαραίτητο είναι το νερό µέσα στην κυψέλη, όταν τα µελίσσια µετακινούνται σε µεγάλες αποστάσεις, µε φορτηγά, πλοία κ.α. και πρόκειται να παραµείνουν κλειστά για πολλές ώρες, ή όταν πρέπει να παραµείνουν κλειστά λόγω αεροψεκασµών.  
Νερό µέσα στην κυψέλη µπορεί να τοποθετηθεί µε :
♦ άδειες κηρήθρες που γεµίζονται µ ε νερό και τοποθετούνται στις πλαϊνές θέσεις
♦ τροφοδότες εισόδου, ατµοσφαιρικής πίεσης τύπου  Boardman
♦ τροφοδότες οροφής, προσαρµοσµένοι στ εσωτερικό καπάκι, τύπου Miller
♦ τροφοδότης πλαίσιο, που τοποθετείται στις ακριανές θέσεις της κυψέλης
♦ σφουγγάρι εµποτισµένο µε νερό, που τοποθετείται στην κυψέλη από την είσοδο.

Β. Εξωτερικοί τροφοδότες νερού :
 Οι τροφοδότες αυτοί πρέπει να είναι φτηνής κατασκευής και να παράσχουν στις µέλισσες άφθονο, τρεχούµενο και ανανεούµενο νερό. Θα πρέπει να διαθέτουν ένα υλικό, το οποίο να κατακρατά νερό, ώστε να µπορούν από εκεί οι µέλισσες να ρουφούν νερό και να µην πνίγονται.  ∆οχεία ανοιχτά, που αφήνονται να γεµίσουν νερό από τη βροχή ή από τον µελισσοκόµο, αποτελούν µόνιµη πηγή µολύνσεων για τις µέλισσες, καθώς πέφτουν σ’ αυτές περιττώµατα µελισσών ή πουλιών και άλλες ακαθαρσίες, ενώ οφείλονται και για τον πνιγµό πολλών από αυτές.  
Οι µέλισσες συλλέγουν ευχάριστα νερό θερµοκρασίας 21°-27° C . Για το λόγο αυτό τροφοδότες νερού που τοποθετούνται στην ύπαιθρο, την άνοιξη πρέπει να τοποθετούνται σε µέρος που να λιάζονται, ενώ αντίθετα το καλοκαίρι θα πρέπει να σκιάζονται.  Ως εξωτερικοί τροφοδότες νερού θα µπορούσαν να χρησιµοποιηθούν :
♦ συσκευή ορού, που χρησιµοποιείται στα νοσοκοµεία, η οποία προσαρµόζεται σε ένα δοχείο µε νερό ώστε να αφήνει λίγο-λίγο το νερό να ποτίζει ένα σφουγγάρι, ή άλλο υλικό που µπορεί να κατακρατά νερό. Οι µέλισσες ρουφούν νερό δεν πίνουν
♦ βαρέλι λαδιού µε βρύση. Το νερό θα πρέπει να κυλά από τη βρύση σε µια σχετικά µεγάλη επιφάνεια ξύλινη ή πέτρινη, ή µ ια σειρά κεραµίδια, ή βότσαλα κ.α.

Αποµάκρυνση µελισσών από µία πηγή νερού :

 Εάν ο µελισσοκόµος δεν φροντίσει να παράσχει στα µελίσσια του νερό, τότε οι µέλισσες θα αναγκαστούν να βρουν µόνες τους. Θα προτιµήσουν σ’ αυτή την περίπτωση την πιο κοντινή πηγή νερού, έστω εάν αυτή είναι η πισίνα κάποιου γειτονικού σπιτιού, ή η ποτίστρα του παρακείµενου στάβλου. Σ’ αυτή την περίπτωση θα πρέπει οι µέλισσες να αποµακρυνθούν από αυτή την πηγή νερού, που έχουν ωστόσο συνηθίσει. 
Η µία λύση είναι να µεταφερθούν τα µελίσσια σε απόσταση τουλάχιστον 6 χιλιοµ. Μακριά από την θέση του µελισσοκοµείου, για 2 εβδοµάδες, έτσι ώστε να χάσουν την µνήµη τους.  Η άλλη λύση, και η πιο επικίνδυνη και µη συνιστώµενη, είναι να τοποθετηθούν στην πηγή νερού ουσίες που απωθούν τις µέλισσες, ενώ ταυτόχρονα να τους δοθεί µία άλλη πηγή νερού.
 Η ουσία που συνήθως χρησιµοποιείται ως απωθητικό των µελισσών είναι το καρβολικό οξύ. Το καρβολικό οξύ είναι κρυσταλλικό, διαλύεται σε ζεστό νερό σε αναλογία 20-50 γραµ. ανά 100 ml νερού.
 Η ποσότητα εξαρτάται από τη θερµοκρασία. Όσο υψηλότερη είναι η θερµοκρασία του περιβάλλοντος τόσο µικρότερη ποσότητα οξέος θα χρειαστεί να διαλυθεί. Το καρβολικό οξύ χρησιµοποιείται µόνο σε ιδιάζουσες περιπτώσεις καθώς είναι ιδιαίτερα τοξικό, ενώ έχει κατηγορηθεί και ως καρκινογόνο. 
Η τρίτη λύση είναι, στη νέα θέση που θέλουµε να προσελκύσουµε τις µέλισσες, να τοποθετήσουµε στην αρχή δισκάκι µε σιρόπι, και όταν συνηθίσουν οι µέλισσες να το επισκέπτονται, τότε να το αντικαταστήσουµε µε νερό.

Σηµείωση:
 
η τροφοδότηση των µελισσιών πρέπει να έχει ένα στόχο, αλλιώς γίνεται επικίνδυνη, για τον µελισσοκόµο και το µελίσσι και καταχρηστική. Στόχος λοιπόν της τροφοδότησης νωρίς το φθινόπωρο είναι η δηµιουργία γόνου, σε µελίσσια τα οποία αδυνάτισαν κατά τη καλοκαιρινή ανθοφορία. Εποµένως απαιτείται συνδυασµός νέκταρος – υδατανθράκων, ώστε η βασίλισσα να µπορέσει να ωοτοκήσει και γύρης – πρωτεΐνης, ώστε οι µέλισσες να µπορέσουν να εκθρέψουν αυτόν τον γόνο.
Ένα καλός συνδυασµός θα ήταν σιρόπι, όχι σε µεγάλες ποσότητες ώστε να αποθηκευτεί, αλλά µόνο για να διεγείρει το ένστικτο της συλλογής και γύρη ή υποκατάστατο γύρης. Εάν ο µελισσοκόµος είναι µακριά από τα µελίσσια του το σιρόπι θα µπορούσε να αντικατασταθεί µε ζαχαροζύµαρο ίδιας κατασκευής, κατασκευασµένο µε ζάχαρη κρυσταλλική αλεσµένη και µέλι.  Κατ’ αρχήν λοιπόν είναι λάθος να ανακατώνονται οι τροφές, οι υδατάνθρακες δηλαδή µ ε τις πρωτεΐνες και κατά δεύτερο θα πρέπει ιδιαίτερα να προβληµατισθούµε, ίσως και να πειραµατισθούµε, σε σχέση µε τις εµπορικές τροφές.
 Μήπως οι τροφές αυτές που παράγονται αποκλειστικά µέσω της κατεργασίας της ζάχαρης είναι πολύ φτωχές για τις µέλισσές µας. Μήπως τις µετατρέπουν σε νωθρές, ζώα υπό πάχυνση, άρα και ευαίσθητες σε πολλά παθογόνα, όπως βακτήρια και ιούς. Μήπως οι τροφές αυτές αποθηκεύονται και στην πορεία µεταφέρονται στο συλλεγόµενο µέλι, υποβαθµίζοντάς το και προκαλώντας ρίγη χαράς στον ΕΦΕΤ, που µπορεί επιτέλους να δείξει «έργο».
Μήπως ο τρόπος παραγωγής της «βανίλιας» παράγει ουσίες µέσα στην τροφή που κάτω από συγκεκριµένες συνθήκες είναι τοξικές ή έστω προκαλούν δυσεντερία στις µέλισσες. Η φοβερή άνθιση της αγοράς των µελισσοτροφών έχει ιστορία µόλις 15 χρόνων. ∆εν  υπήρχε µελισσοκοµία πριν;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου